Τώρα

the true flight

Έρχονται μέρες που όλα γύρω μου σταματάνε.

Οι ακαθόριστοι ήχοι της πόλης ακατεύονται αρμονικά με το θρόισμα των φύλλων, τις ανάσες των πουλιών και τις κραυγές των ανθρώπων. Γίνονται ψιθύρισμα της γης που ολοένα και απομακρύνεται από κοντά μου. Μέχρι που δεν ακούω παρά μόνο την ηχώ της ηχούς του…

Τα χρώματα στριφογυρίζουν ασταμάτητα σαν μεθυσμένο ουράνιο τόξο που αδιαφορεί για τον προορισμό του. Το καζάνι του ουρανού του είναι τόσο πολύχρωμο που με δυσκολία διακρίνω τα επιμέρους συστατικά του: Πράσινο? Πορτοκαλί? Γαλάζιο? Άσπρο! Άσπρο! Άσπρο! Κατάφερε επιτέλους ν’ αποχρωματιστεί! Το χαμένο του φως με λούζει πατόκορφα και νοιώθω να τυφλώνομαι για πάντα.

Οι μνήμες μου ξεθωριάζουν σαν να μην υπήρξανε ποτέ! Κι έπειτα τις βλέπω σαν όραμα ολοζώντανες μπροστά μου, λες και δεν τις έζησα ακόμα! Μου χαμογελάνε πονηρά. Το μέλλον μου είναι το ανάστροφο παρελθόν μου. Χαζεύω για λίγο απορρημένος. Δε βγάζω άκρη…

Με μουδιασμένο πλεόν μυαλό, δοκιμάζω να κινηθώ. Δεν τα καταφέρνω! Ξεφορτώνομαι λοιπόν το περιττό νοητικό φορτίο μου και αφήνομαι έρμαιο στον μανιασμένο ανεμοστρόβιλο του Χρόνου. Παράξενο! Αυτή τη φορά δεν νοιώθω το βίαιο τράνταγμά του.

Ευτυχία!

Ποιος ξέρει γιατί? Ίσως επειδή παράτησα τη Συνείδηση στις αποσκευές μου… Τι ήθελα και ρώτησα? Στη σκέψη και μόνο της παραπάνω απορίας, αρχίζω να αισθάνομαι ένα μικρό ταρακούνημα. Κι ύστερα ένα μεγαλύτερο. Μέχρι που μόλις καταφέρνω να ανασάνω. Ο μεγάλος δυνάστης της Ψυχής μου επέστρεψε δριμύτερος. Και μαζί του, ότι για λίγο απο μπροστά μου είχε χαθεί. Το ταξίδι έλαβε τέλος. Σειρά έχει τώρα το επόμενο….

Έρχονται μέρες που όλα γύρω μου σταματάνε…

Προσωρινά…

Προηγούμενο

 

Ταξίδι

night-sail-tim-allen

Ζωή, είναι το παράξενο καράβι πάνω στο οποίο βρέθηκες χωρίς να θυμάσαι πως.

Περιέργεια, είναι η αμνησία σου.

Τρέλα, είναι η προσπάθεια να θυμηθείς.

Γνώση, είναι η περιπλάνηση στο κατάστρωμα.

Αυτογνωσία, είναι η εξερεύνση του πυθμένα.

Σοφία, είναι τα ευρήματα αμφότερων των περιφορών.

Ευτυχία, είναι η αποδοχή των ευρημάτων αυτών.

Θάνατος, είναι το στερνό λιμάνι.

Ωριμότητα, είναι η ολική προετοιμασία γι’ αυτό.

Κι Ελευθερία, η επιλογή του μέρους και της ώρας του…

Επόμενο

Ένα Κρίνο στην επιθανάτια κλίνη του πιο Διάφανου μουσικού παραμυθιού… (Μέρος δεύτερο)

Διάφανα

…συνέχεια από εδώ

Όμως τα Διάφανα Κρίνα δεν είναι εύπεπτο συγκρότημα. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι γροθιά στο στομάχι. Κάθε μελωδία τους είναι ένα σφυροκόπημα ακραίων συναιθημάτων, κάθε στίχος τους είναι ένας μικρός θάνατος και κάθε τραγούδι τους είναι ευθεία μετωπική σύγκρουση με την ίδια τη ζωή. Τα Κρίνα δεν θα σου χαριστούν. Θα σε συντρίψουν με τον πιο ανήλεο τρόπο που μπορείς να φανταστείς. Θα σε φέρουν αντιμέτωπο με τους μεγαλύτερους φόβους και τις ενοχές σου. Θα ξεθάψουνε κάθε πόνο που κρατάς βαθιά κρυμμένο και δεν αφήνεις να ανασάνει. Θα σε φέρουνε αντιμέτωπο με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Και μόνο αν καταφέρεις να επιβιώσεις αυτή τη μαρτυρική σύγκρουση, θα μπορέσεις να απολαύσεις αυτό που έπεται στη συνέχεια. Μόνο τότε θα καταφέρει η ψυχεδελική μελωδία να ρεύσει πάνω στις πληγές σου, και να τις απλαλύνει με τις απαράμιλλες ιαματικές της ιδιότητες. Μόνο τότε θα συμφιλιωθείς με τους φόβους σου. Μόνο τότε θα λυτρωθείς! Κι από εκεί κι έπειτα θα εθιστείς στην ψυχοσωματική γιατρειά της μουσικής τους. Και θα σου είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο ν’ απεξαρτηθείς… Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερο ναρκωτικό από την ίδια τη ζωή. Και τα Διάφανα Κρίνα είναι αυτό ακριβώς: Τρόπος ζωής!

Κλείνω, με μία ιστορία – φόρο τιμής – καμωμένη αποκλειστικα από Διάφανους στίχους…

—–

Αυτή η ιστορία δεν είναι για σένα. Μιλάει για ανθρώπους που τα ‘χουνε χαμένα. Για ένα τρένο με χαλασμένα φρένα. Για ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό. Εδώ οι άνθρωποι λιώνουν όπως τα χιόνια. Εδώ οι καρδιές σαπίζουνε ανήμπορες, παραπεταμένες στα σκυλιά. Η αγάπη εδώ δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ψέμα. Η Δις Julia τη σκοτωσε ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι, όταν έξω ευωδίαζαν αγριοκέρασα οι σιωπές. Στον φρέσκο τάφο της άρχισαν να τριγυρνάνε λυπημένα φαντάσματα που τραγουδούνε από τότε, για κάποια Justelene. Μια γυναίκα που διάβαζε ποιήματα χορεύοντας στην ακρογυαλιά.

Καθώς λοιπόν η φαρμακωμένη προχωράει όλο και πιο βαθειά στο νερό, η μόνη της ευχή, είναι να θρέψει η πληγή. Κι η μόνη της μνήμη, κάποιος που έκλαιγε με τύψεις για όσα πρόδωσε εκείνη. Για όλα αυτά που ‘χε αγαπήσει. Για όλα αυτά που δε θα δει…Ύστερα, αναβιώνει τα τελευταία του λόγια πριν ανοίξουν διάπλατα οι μαύροι ουρανοί. Της είχει πει: Οι φίλοι σου δεν θα ναι εδώ ποτέ ξανά, μα εγώ θα ‘ρχομαι από τ’ άπειρο σε σένα, με το χαμόγελο σου στη ματιά μου. Θα μαι δίπλα σου σαν πάντα…

Εκείνος, μέσα σε μια σιωπή που την στοιχειώναν μυστικά, θυμάται το καθάριο βλέμμα της Justelene που σακάτεψε τη μοίρα του. Τα χρόνια του, που ναυάγησαν στις ξέρες της. Τώρα γέρνει στα σπλάχνα της νύχτας κάτω από σκεπάσματα κρύα. Μια άδεια μποτίλια δίπλα στο κρεβάτι είναι ο μόνος του συγγενής. Γύρω του, απόκοσμα φαντάσματα αναζητούνε αλαφιασμένα την τροφή τους. Κι αυτός τα ταϊζει στιγμές μικρών θανάτων που κουβαλάει στη ράχη του. Και χαζεύοντας τη μοναξιά που πίνει αμίλητη το φιλί του Μανδραγόρα απορεί αν θα θυμάται κάποιος της ζωή του τα εξαίσια φεγγάρια.

Κι όμως, η ανάσα της ήταν η πρώτη του πατρίδα. Η μυρωδιά της ο πρώτος του εθισμός. Τώρα κατοικεί στον κολπίσκο με του λίγους επισκέπτες. Σ’ ένα λιμάνι που βρίσκουν απάγγειο μόνο συλλέκτες σπάνιων κορραλιών και ταξιδευτές που η ζωή δεν τους χωράει. Νοιώθει ότι δεν έχει νόημα. Δεν είναι κανενός. Είναι η καρδιά του ένα σπίτι στοιχειωμένο. Όμως κατά βάθος το ήξερε πώς θα συμβεί αυτό μια μέρα. Πώς θα άνοιγε εκείνη η ρωγμή που κουβαλούσε. Η πληγή του που έβραζε. Η αιμμοραγούσα σιωπή θα τον θρυμμάτιζε για πάντα πέρα ώς πέρα.

Αλλά η τελευταία μέρα δεν έχει έρθει ακόμα. Ακόμα και μέσα από τόσα τραύματα εξακολουθεί να υπάρχει σαν πέτρα σκοτεινή μες το νερό. Και θε να πάει στους δρόμους που περπάτησε εκείνη, για να πιει ξανά το δροσερό χαλάζι των ματιών της. Θέλει να της πλύνει τα μαλλιά με αμφίβια μύρα. Θελει να γιατρέψει την αγάπη τους. Το μικρό εκείνο δελφίνι που ξεμακραίνει λαβωμένο στ’ ανοιχτά. Κι όμως αυτός που ήθελε πάντα μέσα της να ζήσει, σφαδάζει τώρα κάτω από έναν ξένο αστερισμό. Είναι ναυαγός στα ίδια του τα ψέμματα. Δεν είναι όμως το ψέμα, αλλά η αλήθεια το μόνο μέρος που μπορεί να κρυφτεί.

Έτσι, παρόλο που γνωρίζει ότι το σώμα του είναι δειλό, ξεκινάει για την απέραντη θλιμμένη Ανταρκτική. Πρέπει να βρει τη Justelene. Πρώτος σταθμός: το μπαρ όπου αυτοκτονούνε οι θαμώνες. Στο ξέχειλο ποτήρι τους είναι όλα εκεί γραμμένα. Καπνοί είναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα. Καπνός κι αφρός το γέλιο τους κι αυτοί να τραγουδούνε: Βάλτε να Πιούμε! Βάλτε να Πιούμε! Όλα μοιάζουνε με όνειρο φτιαγμένο από χιόνι. Αφήνει μοιραία πίσω του αυτόν το μπλε χειμώνα για να συνεχίσει βόρεια. Εκεί συναντάει τη Βάλια που όλο μιλάει για το μοναχικό Λυκόσκυλο που κλαίει τις νύχτες. Η Βάλια επιμένει ότι ο σκύλος δεν είναι άλλος παρά η νεκρή αγάπη που έχει θαφτεί βαθειά στην κόλαση κάτω από έναν σακάτη ουρανό. Εκείνος δεν απορεί. Από μικρός είχε τη συνήθεια να αγαπάει ότι τον έσπρωχνε στο χαμό του. 

Βυθίζεται λοιπόν στην Άβυσσο, αφού μακριά της έτσι κι αλλιώς είναι χαμένος. Ρωτάει παντού για εκείνη. Μαθαίνει νέα της από δαίμονες τρελούς και από αστροναύτες που την είδαν στο φεγγάρι. Και δεν αργεί να τη βρει μέσα σε κάτι καπνίζοντα ερείπια, να κρέμεται από ένα κορμί τσακισμένο. Δίπλα της έστεκε βουβό, το σκυλί της αγάπης. Στο πλάι, σιγόκαιγε η λησμονιά. Κι από πίσω, ο Διάβολος να τον καλεί για ένα τελευταίο ποτό. Δεν αρνήθηκε. Τότε, ο άρχοντας της κολάσεως του ζήτησε να του δώσει πίσω τη μόνη του διέξοδο προς τη λήθη. Εκείνος αρνήθηκε σθεναρά. Μπορεί κάθε τι που ανασαίνει να ζητάει να δωθεί, αλλά την ίδια στιγμή παλεύει σαν φωτιά αναμένη με κτήνη σαν κι αυτόν. Του είπε επίσης να πει στο Βαρκάρη του ότι δεν βιάζεται να φύγει. Αλλά δεν του ζήτησε καμία χάρη. Μοναχά να του γνέψει όταν έρθει ο καιρός του.

Κι αφού κέρασε mescal όλα τα πορφυρά ξωτικά που προσπαθούσαν να τον κοιμήσουν γλυκά στη ζεστή αγκάλη του θανάτου, θέρισε τις σκιές στα σιωπηλα και μάζεψε ότι απόμεινε από την ευτυχία, συνέχισε το ταξίδι του, κουβαλώντας στις πλάτες του την αγαπημένη του. Και μετά από μέρες πεζοπορίας έφτασε κάποτε στον αγρό με το μοναχικό σκιάχτρο και τα αμέτρητα στάχυα που άνθιζαν και μαδούσαν στα σιωπηλά.

Αποφάσισε να ξαποστάσει. Η Justelene μόλις που ανάσαινε. Εκείνος τότε της έσφιξε τα χέρια και τη ρώτησε με δάκρυα στα μάτια: Τι θα γίνω αν χαθείς? Κι εκείνη του απάντησε με λόγια που έβγαιναν σαν άγριο μέλι από το ετοιμοθάνατο στόμα της: Μη φοβάσαι μωρό μου, πάνω λάμπουν τ’ αστέρια, εδώ κάτω λάμπουμε εμείς! Αλλά δεν κόβεται στα δύο η ζωή. Είναι ήλιος και βροχή μαζί! Ήρθα εδώ για να υποφέρω, ν’ αγαπήσω και να χαθώ. Μένει πια μόνο ν’ ακούσω τα γλυκά απελπισμένα σου αντίο.

Εκείνος τότε κοντοστάθηκε για λίγο. Ύστερα της ψέλλισε: Κι αν γλύφω το οξύ απ’ τις ρωγμές των χειλιών σου. Κι αν προσπαθώ να σου απαλύνω τον πόνο. Τα χρόνια θα περάσουνε. Θα μ’ αφήσουνε μόνο. Και θα ψάχνω την πνοή μου στον νεκρό εαυτό σου… Κορώνα γράμματα ποντάραμε το θάνατο μας. Την ίδια κλίση πήραμε φλερταροντας γκρεμούς. Και τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα δικό μας, ο έρωτας μας τσάκισε. Μας έκανε αληθινούς… Θα μ’ αγαπάς! Θα μ’ αγαπάς, μα δε θα φτάνει. Άγονη βροχή θα πέφτει πάνω μου το “χάδι” σου. Κι εγώ σαν γέρικο σκυλί μες το λιμάνι, θα πεθαίνω στο πλάι σου… 

Αυτές οι λέξεις ήταν και ο τελευταίος σταθμός της Justelene. Ύστερα, Ο ουρανός έσβησε σαν ίσκιος. Το σκιάχτρο του αγρού άρπαξε ξαφνικά φωτιά και η γόνιμη, άφθαρτη γη νέκρωσε για πάντα… Κι εκείνος, το άψυχο κορμί της αγκαλιάζει. Το χέρι της σφίγγει με το χέρι του. Μα σαν δεν νοιώθει τίποτα ουρλιάζει:

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟ ΤΟ ΤΑΙΡΙ ΜΟΥ

Ένα Κρίνο στην επιθανάτια κλίνη του πιο Διάφανου μουσικού παραμυθιού…

Κρίνα

Λένε ότι το πένθος χωρίζεται σε 5 επιμέρους στάδια: Άρνηση, Θυμό, Διαπραγμάτευση, Κατάθλιψη και τέλος Αποδοχή… Πάνε περίπου έξι μήνες από τη διάλυση των Κρίνων και μόλις που κατάφερα να ξεπεράσω το τρίτο επίπεδο, δηλαδή αυτό του Θυμού. Ενός Θυμού που εκφράστηκε με προσωρινή αποχή από τη μουσική τους. Κι όταν τα τελευταία 7 χρόνια ακούς αυτά τα 50 με 70 τραγούδια σχεδόν σε καθημερινή βάση, μπορείς να διανοηθείς τι σημαίνει αυτή η αποχή: Για παράδειγμα, ας πούμε ότι ένα τυπικό τραγούδι το ακούς περίπου 20 με 30 φορές στη ζωή σου. Αν τώρα αυτό τυγχάνει να είναι διαχρονική επιτυχία ίσως και να αγγίξεις τις 50, 100 ή και 200 φορές, σε κάποιες πολύ σπάνιες περιπτώσεις (τύπου: Thriller ή Hotel California).

Από εκεί και πέρα φλερτάρεις ανοιχτά με την εμμονή. Αλλά ακόμα κι αυτή έχει τα όρια της: Αν ας πούμε ακούς τον αγαπημένο σου δίσκο μία φορά την εβδομάδα για τα τελευταία 20 χρόνια, τότε έχεις ένα αστρονομικό σύνολο περίπου 1000 ακροάσεων. Αριθμός, που ούτε κατα διάνοια αγγίζει το ύψος των τουλάχιστον 2000 φορών που έχω ακούσει ότιδήποτε φέρει την υπόγραφή του Παντελή, του Θάνου, και της παρέας τους (Νίκο, Κυριάκο, Τάσο και παλιότερα Παναγιώτη)… Φυσικά, δεν είναι διαγωνισμός. Απλώς θέλω με αυτό το παράδειγμα, να εκφράσω με κάποιον σχετικά αντικειμενικό τρόπο, τι σημαίνει αυτό το ελληνικό συγκρότημα για μένα…

Κι είναι εξαιρετικά λίγοι αυτοί που θα με κατανοήσουν, ακόμη και μετά από πλήρη ανάγνωση του παρόντος κειμένου. Μάλιστα, εκείνοι οι ελάχιστοι που θα είναι σε θέση να το κάνουν, δεν θα χρειαστεί να διαβάσουν πέρα από την επικεφαλίδα. Τα Διάφανα Κρίνα, δεν είναι απλά ένα μουσικό συγκρότημα. Τα Διάφανα Κρίνα δεν είναι απλά ένα μουσικό ρεύμα. Τα Διάφανα Κρίνα δεν είναι απλά το τελευταίο από τα μεγάλα ελληνικά συγκροτήματα του προηγούμενου αιώνα. Τα Διάφανα Κρίνα είναι τρόπος ζωής. Και πρέπει να τον έχεις ζήσει για να αντιληφθείς το μέγεθος του πόνου που προκαλεί η απουσία τους. Και τους είμαι ευγνώμων για αυτό…

Δεν θα αναλωθώ σε ξύλινες περιγραφές των έργων και των ημερών του συγκροτήματος. Γι’ αυτό υπάρχει η Wikipedia. Θέλω απλά να σταθώ στην τεράστια επιρροή που είχε στη ζωή μου, αυτή η μεγαλειώδης ερωτική σχέση με τη μουσική τους.

Κάθε μικρό και μεγάλο γεγονός της ζωής μου είναι εμποτισμένο με την παρουσία τους: Στα πρώτα μου μουσικά βήματα ήταν εκεί για να με διδάξουνε με την απλότητα της μουσικής τους. Σε κάθε μου μεγάλο έρωτα ήταν εκεί για να συμπληρώσουνε όσα δεν μπορούσα να πω με λόγια. Σε κάθε μου χωρισμό ήταν εκεί να μου ψιθυρίζουν ότι η απώλεια είναι ανθρώπινη συνήθεια, επιταχύνοντας τα στάδια του πένθους. Σε κάθε μεθύσι μου ήταν εκεί για να με ταξιδεύουνε. Σε κάθε συναυλία μας ήταν εκεί για να μας χαρίζουνε τα τραγούδια τους. Σε κάθε προσωπική μου αναζήτηση ήταν εκεί να πυροδοτούνε τις σκέψεις μου. Σε κάθε μοναχική νύχτα ήταν εκεί για να με οδηγούνε στην λύτρωση με τον απαράμμιλο καθαρτικό τους στίχο. Σε κάθε επιτυχία μου ήταν εκεί για να γιορτάζουμε παρέα. Σε κάθε καθημερινή μου μετακίνηση ήταν εκεί για να μου γεμίζουνε τα αναπόφευκτα κενά με τον λυρισμό τους. Σε κάθε νέα πατρίδα μου ήταν εκεί να μου θυμίζουνε την ταυτότητα μου. Ακόμη και στο πρώτο μου μυθιστόρημα ήταν εκεί για να βοηθήσουν τον κεντρικό ήρωα στην έκφραση των συναισθημάτων του. Κι όταν όλα γύρω μου έχαναν για λίγο το νόημα τους, τα Διάφανα Κρίνα ήταν εκεί για να απομονώνουνε γλυκά τις αισθήσεις μου από το περιβάλλον.

Ήταν κυριολεκτικά παντού…

Και σε αντίθεση με την πληθώρα των κατεστημένων της ψευτο-αισιοδοξίας και της ψευτο-μιζέριας που μας κατακλύζουν, τα Κρίνα δεν μου έκρυψαν ποτέ την αλήθεια για τον Πόνο. Η ζωή είναι πλημμυρισμένη από αυτόν και όσο το γρηγορότερο το παραδεχθούμε, τόσο το ταχύτερο θα λυτρωθούμε. Επίσης, σαν άλλο “Requiem for a Dream”, με οδηγούσαν πάντοτε στην κάθαρση έμμεσα. Ποτέ άμεσα! Η λύτρωση δεν μπορούσε να κατοικήσει στα τραγούδια τους. Έτσι έπρεπε αναγκαστικά να περάσει τις νύχτες της μαζί μου! Η σύγκρουση με τον πόνο, δεν ήταν δική τους ευθύνη. Ήταν αποκλειστικά δική μου! Μ’ έμαθαν λοιπόν να συμφιλιώνομαι από μόνος μου με το μεγαλύτερο δώρο της ζωής και να βρίσκω μια παράξενη ανακούφιση μέσα από την ύπαρξη του. Μ’ έμαθαν να τον κοιτάω στα μάτια και να τραγουδάω. Μ’ έμαθαν να τον αγαπάω. Μ’ ελευθέρωσαν…

Και το πέτυχαν μ’ ένα πανίσχυρο και αδιάσπαστο τρίπτυχο: Στίχο, Ερμηνεία, Μουσική. Μ’ αυτή ακριβώς τη σειρά. Κι όπως σε κάθε ιδεατή ερωτική σχέση πρέπει να συνυπάρχουν απαραίτητα η πνευματική, η σωματική και η συναισθηματική έλξη, έτσι κι εδώ δεν μπορεί να λείπει κανένα από τα τρία παραπάνω χαρακτηριστικά.

Ο Παντελής Ροδοστόγλου (κύριος στιχουργός του συγκροτήματος) αποτελεί σταθμό στην σύγχρονη ελληνική ποίηση και είναι ο βασικός κρίκος αυτής της πανίσχυρης σχέσης. Και για καλή μας τύχη, γράφει στα ελληνικά. Γιατί όσες γλώσσες και να μιλάς άπταιστα, δεν πρόκειται ποτέ να αισθανθείς στίχους όπως: “ευωδιάζουνε αγριοκέρασα οι σιωπές”, “πάνω μου γέρνει ένας σακάτης ουρανός”, “γλύφω το οξύ από τις ρωγμές των χειλιών σου” ή δύστιχα όπως “στυφή αρμύρα πάει να πιει, και πίκρα των κυμάτων, και κουβαλάει στη ράχη του, στιγμές μικρών θανάτων” σε άλλη γλώσσα πέρα από τη μητρική σου. Τελεία και παύλα! Και καλώς ή κακώς έχω μόνο μία μητρική. Μπορώ λοιπόν να ερωτοτροπώ ποιητικά με διάφορες άλλες γλώσσες που μαθαίνω κατά καιρούς, αλλά θα μπορώ να φτάνω σε επίπεδα ερωτικής σύνδεσης, μόνο με την ελληνική ποίηση. Γι’ αυτό το λόγο, οι ελληνόφωνοι εραστές του καλλιτεχνικού λόγου χρωστάμε πολλά στον Παντελή…

Από την άλλη, η μουσική τους είναι ακριβώς ότι χρειάζεται για να ντύσει αυτόν τον υπέροχο στίχο. Απλή, υποβλητική, ψυχεδελική και ρυθμικά επαναλλαμβανόμενη… Αυτό που ονομάζω μινιμαλιστική όψη της τελειότητας. Κάποιες φορές είναι απλά 3 συγχορδίες ή πέντε νότες. Αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία: Ουκ εν τω πολλώ το ευ…

Φυσικά, σε κάθε τραγούδι υπάρχει η αξεπέραστη σπαρακτική ερμηνεία του Θάνου (Θάνος Ανεστόπουλος: Ο τραγουδιστής του συγκροτήματος), χωρίς την οποία τα Κρίνα θα έχαναν την ευκαιρία να μας εκτοξεύσουνε συναισθηματικά. Ακόμα κι όταν ο Παντελής δεν βρίσκεται στο στιχουργικό τιμόνι, ο Θάνος είναι εκεί να κρατάει τα μπόσικα και να μας ταξιδεύει με τη βαθειά μελωδική φωνή του. Όταν πάλι ο Παντελής καταθέτει την ψυχή του μέσω της πένας του, ο Θάνος δεν μπορεί παρά να καταθέσει κι αυτός τη δική του μέσω της μελωδικής λέξης του. Τότε, η μουσική έρχεται να  αγκαλιάσει τις δύο και να τις απογειώσει, με μοναδικό τελικό σταθμό το βασίλειο της αρμονίας. Ενίοτε επίσης, ο Θάνος γράφει κι αυτός αξιόλογους στίχους, σύμφωνους πάντα με το μελαγχολικό και γεμάτο εικόνες πνεύμα του συγκροτήματος, στο δρόμο που χάραξε ο Παντελής…

Αλλά όταν χάνεις ένα τέτοιο συγκρότημα, δεν είναι μόνο τα νέα τραγούδια που θα σου λείψουν, αλλά κυρίως όλες αυτές οι στιγμές της αμφίδρομης επικοινωνίας που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να ξαναβιώσεις. Κι αναφέρομαι φυσικά στις αξεπέραστες συναυλίες τους. Εκεί όπου όλοι ξέρουμε τα δυσνόητα λόγια των τραγουδιών τόσο καλά, ώστε να είμαστε σε θέση να διορθώνουνε τον πάντα μεθυσμένο Θάνο, που τα ξεχνάει. Έκει όπου όλοι ζητάμε πάντα να παίξουνε τα ακυκλοφόρητα και τα πρώτα τους. Εκεί όπου κάθε φορά θα τους τραβάμε με το ζόρι να παίξουνε τις “Μέρες Αργίας”. (Και ίσως τελικά να τουμπάρουμε τον Θάνο, ακόμα κι αν αυτός αποφασίσει να το ερμηνεύσει καθισμένος στο πάτωμα…)

Κι έχουμε βρεθεί σε δεκάδες από δ’ αύτες: Φθινόπωρο, σε μια Γεοπωνική πίτα στους Ναρίτες που δεν κατάφεραν να μας ξενερώσουν ούτε με τα επαναλλαμβανόμενα συνθήματα τους για τον τάφο του Μπακογιάννη. Στο κέντρο, σε Αν και Ρόδον, να μην μπορούμε να σταθούμε από την πολυκοσνμία. (Ειδικά, στο κλείσιμο του τελευταίου). Λίγο πιο δίπλα στο Gagarin, να χάνουμε τα γυαλιά μας, τα οποία εκσφενδονίστηκαν μετά από άγριο χτύπημα σε κάποια εκτέλεση του “Λιώνοντας μόνος”. Μέχρι και ψηλά στην Πετρούπολη έφτασε η χάρη μας, όπου μερικοί θαμώνες που ήταν (για πρώτη φορά) πιο μεθυσμένοι από το Θάνο, δεν σταμάτησαν να ζητάνε το “Virginia Kleim” και να φωνάζουνε συνθήματα όπως “Θάνο και Παντέλο, μας βάλατε φουρνέλο”. Καλή τους ώρα όπου και να ναι τα παιδιά…

συνεχίζεται εδώ

Αμφιβολίες

circle projection

Αληθινά δε γνωρίζω αν διηγούμαι ιστορίες, ή αν οι ιστορίες διηγούνται εμένα…

Αλλά γιατί θα πρέπει το ένα ν’ αναιρεί το άλλο?

Ίσως γιατί έχουμε την ψευδαίσθηση ότι οι τροχιές μας είναι γραμμικές. Μας τρομάζει κάθε τι το άναρχο ή ατελές. Κάθε τι το αυτοαναφορικό. Κρυβόμαστε πίσω από μία ανάγκη για ολοκλήρωση. Προσδωκούμε το Τέλος με την ίδια λαχτάρα που αναζητούμε την Αρχή. Αδυνατούμε να συνδέσουμε τα δύο και να τα ταυτίσουμε με το Ενδιάμεσο. Αδυνατούμε να ζήσουμε στη Συνέχεια…

Άλλωστε, είναι δύσκολο ν’ αντικρύσει κανείς έναν τόσο μεγάλο Κύκλο από τόσο μικρή απόσταση. Κάθε βήμα επάνω του είναι καταδικασμένο να φαντάζει ευθύ. Και κάθε πορεία μοιάζει να απομακρύνεται από το ξεκίνημα, παρόλο που στην ουσία το προσεγγίζει. Όμως σ’αυτόν, κάθε “μπροστά” είναι πάντα ένα συγκεκαλυμμένο “πίσω” και κάθε “πίσω” ένα εναλλακτικό “μπροστά”. Εκεί ο χώρος είναι σφαιρικός, ενώ ο χρόνος κινείται αιώνια και αμφίδρομα.

Αλλά εμείς βιώνουμε μια διαφορετική κατάσταση. Αφηγούμαστε μια εναλλακτική ιστορία. Για μας η Γη είναι επίπεδη και οι κλεψύδρες της αδειάζουν μόνο από τη μία πλευρά. Πασχίζουμε λοιπόν να εξαλείψουμε το τεράστιο αυτό κενό, κινούμενοι αντίστροφα. Ακυρώνοντας τις πράξεις μας… Μετανιώνοντας… Αμφιβάλλοντας… Έτσι στο τέλος της ημέρας, “καταλήγουμε” πάντα στη ίδια Άγνοια από την οποία “ξεκινήσαμε”. Ανοιγοκλείνουμε έναν ακόμα αυτογνωσιακό Κύκλο ο οποίος μας καθορίζει απόλυτα, παρόλο που δεν είναι παρά καρπός του ίδιου μας του παραμυθιού!

Αληθινά λοιπόν δε γνωρίζω αν διηγούμαι ιστορίες, ή αν οι ιστορίες διηγούνται εμένα… 

Προηγούμενο

Θεόριση

world

Αν ο Θεός δημιούργησε τον Κόσμο, τότε ποιος δημιούργησε το Θεό?

Κι αν ο Θεός δημιούργησε το Θεό, τότε γιατί να μη δεχτούμε ότι και ο Κόσμος δημιούργησε τον Κόσμο?

Τουλάχιστον του τελευταίου γεγονότος, είμαστε καθημερινοί αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες…

Άλλωστε τι σημαίνει η λέξη Θεός?

Θεός=Εξώκοσμος? Το βρίσκω πολύ Αισχυλικό…

Θεός=Απόκοσμος? Το βρίσκω, πολύ Σοφοκλικό…

Θεός=Κόσμος? Αυτό μάλιστα! Απλό κι Ευριπιδικό!

Την επόμενη φορά λοιπόν που θ’ αντικρύσουμε τον καθρέφτη μας, ίσως θα πρέπει να του φερθούμε με τον δέοντα σεβασμό…

Επόμενο

Συνειδητοποίηση

time

Όσο περισσότερο σκέφτομαι, τόσο λιγότερο ζω.

Κι όσο λιγότερο ζω, τόσο πιο γρήγορα γερνάω.

Άρα, όσο σκέφτομαι ότι γερνάω, γερνάω γρηγορότερα…

—-

Όσο λιγότερο σκέφτομαι, τόσο περισσότερο απορώ.

Κι όσο περισσότερο απορώ, τόσο παραπάνω υποφέρω.

Άρα, όσο δε σκέφτομαι ότι πονάω, πονάω περισσότερο…

—-

Με το Χρόνο λοιπόν, δεν θα πρέπει να έχω παρτίδες…

Μονάχα με τα σημάδια που αφήνει πάνω μου…

Επόμενο

Δρόμος

nothing and everything

Αφετηρία: Aκινησία

Στάση πρώτη: Γραφείο χειραφέτησης και αποκλήρωσης γονέων

Στάση δεύτερη: Υψικάμινος λαβάρων και εθνικών συμβόλων

Στάση τρίτη: Νεκροταφείο θεών και αντίθεων

Στάση τέταρτη: Εκτελεστικό απόσπασμα πολιτικών και άλλων χρωματισμένων ομάδων

Στάση πέμπτη: Συνεργείο κατεδάφισης συνόρων και εθνοφρουρών

Τελευταία στάση: Εργοστάσιο καθρεφτών

Προορισμός: Ακινησία

Επόμενο 

Χαμένη από χέρι…

Dead_End_by_stefanogamelover

Χίλιες φορές να με λυπάσαι παρά να με αγνοείς.

Χίλιες φορές να με ζηλεύεις παρά να με λυπάσαι.

Χίλιες φορές να μ’ αγαπάς παρά να με ζηλεύεις.

Αλλά και χίλιες φορές να μ’ αφήσεις ελεύθερο παρά να μ’ αγαπάς…

Βέβαια, για να μ’ αφήσεις ελεύθερο πρέπει να δεχθείς πρώτα να με αγνοήσεις…

…oπότε είσαι μάλλον χαμένη από χέρι!

Επόμενο

Έρεφως

Light and Dark

Ενίοτε, νοιώθω μία έντονη ανάγκη να σκοτεινιάζω.

Ίσως γιατί το φέγγος που έπεται αναπόφευκτα, έρχεται πάντα πιο φωτεινό και πιο καθαρό από ποτέ…

Επόμενο

« Παλιότερες καταχωρίσεις