Σε κλειδωμένες απόχες, κεντημένες μ’ αιθέρα
κατοικεί ένα κορίτσι, που δε βγάζει μιλιά
κι αν ταξιδεύει τις νύχτες, στοιχειό θεριεύει τη μέρα
λάφυρα ανάσες μαζεύει, στη σκοτεινή της σπηλιά.
.—–.
Ακολουθεί τα φεγγάρια στις παράξενες πόλεις
και κυνηγά τα ποτάμια, που δραπετεύουνε μόνα
δεν λαχταρά τα βουνά, που αντίκρυσε μόλις
μονάχα κάθε καινούρια, και αγέννητη εικόνα.
.—–.
Τη θυμάμαι από χρόνια, τη μορφή της ν’ αλλάζει
και να στέκει μπροστά μου, όπως την πρώτη φορά
να ξεχνάει τ’ ονομά μου, ήλιο να με φωνάζει,
να ρίχνει χάλκινα ζάρια, και ν’ αλλάζει ξανά.
.—–.
Μα όσο κι αν προσπαθεί, να κρυφτεί, να κουρνιάσει
πίσω από πρόσωπα νέα, και από ένα άδολο ψέμα
θα αποτύχει οικτρά, την ψυχή να γελάσει
θα την προδώσει και πάλι, το ατσαλένιο της βλέμμα…
