Έρχονται μέρες που όλα γύρω μου σταματάνε.
Οι ακαθόριστοι ήχοι της πόλης ακατεύονται αρμονικά με το θρόισμα των φύλλων, τις ανάσες των πουλιών και τις κραυγές των ανθρώπων. Γίνονται ψιθύρισμα της γης που ολοένα και απομακρύνεται από κοντά μου. Μέχρι που δεν ακούω παρά μόνο την ηχώ της ηχούς του…
Τα χρώματα στριφογυρίζουν ασταμάτητα σαν μεθυσμένο ουράνιο τόξο που αδιαφορεί για τον προορισμό του. Το καζάνι του ουρανού του είναι τόσο πολύχρωμο που με δυσκολία διακρίνω τα επιμέρους συστατικά του: Πράσινο? Πορτοκαλί? Γαλάζιο? Άσπρο! Άσπρο! Άσπρο! Κατάφερε επιτέλους ν’ αποχρωματιστεί! Το χαμένο του φως με λούζει πατόκορφα και νοιώθω να τυφλώνομαι για πάντα.
Οι μνήμες μου ξεθωριάζουν σαν να μην υπήρξανε ποτέ! Κι έπειτα τις βλέπω σαν όραμα ολοζώντανες μπροστά μου, λες και δεν τις έζησα ακόμα! Μου χαμογελάνε πονηρά. Το μέλλον μου είναι το ανάστροφο παρελθόν μου. Χαζεύω για λίγο απορρημένος. Δε βγάζω άκρη…
Με μουδιασμένο πλεόν μυαλό, δοκιμάζω να κινηθώ. Δεν τα καταφέρνω! Ξεφορτώνομαι λοιπόν το περιττό νοητικό φορτίο μου και αφήνομαι έρμαιο στον μανιασμένο ανεμοστρόβιλο του Χρόνου. Παράξενο! Αυτή τη φορά δεν νοιώθω το βίαιο τράνταγμά του.
Ποιος ξέρει γιατί? Ίσως επειδή παράτησα τη Συνείδηση στις αποσκευές μου… Τι ήθελα και ρώτησα? Στη σκέψη και μόνο της παραπάνω απορίας, αρχίζω να αισθάνομαι ένα μικρό ταρακούνημα. Κι ύστερα ένα μεγαλύτερο. Μέχρι που μόλις καταφέρνω να ανασάνω. Ο μεγάλος δυνάστης της Ψυχής μου επέστρεψε δριμύτερος. Και μαζί του, ότι για λίγο απο μπροστά μου είχε χαθεί. Το ταξίδι έλαβε τέλος. Σειρά έχει τώρα το επόμενο….
Έρχονται μέρες που όλα γύρω μου σταματάνε…
Προσωρινά…
