Ένα Κρίνο στην επιθανάτια κλίνη του πιο Διάφανου μουσικού παραμυθιού… (Μέρος δεύτερο)

Διάφανα

…συνέχεια από εδώ

Όμως τα Διάφανα Κρίνα δεν είναι εύπεπτο συγκρότημα. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι γροθιά στο στομάχι. Κάθε μελωδία τους είναι ένα σφυροκόπημα ακραίων συναιθημάτων, κάθε στίχος τους είναι ένας μικρός θάνατος και κάθε τραγούδι τους είναι ευθεία μετωπική σύγκρουση με την ίδια τη ζωή. Τα Κρίνα δεν θα σου χαριστούν. Θα σε συντρίψουν με τον πιο ανήλεο τρόπο που μπορείς να φανταστείς. Θα σε φέρουν αντιμέτωπο με τους μεγαλύτερους φόβους και τις ενοχές σου. Θα ξεθάψουνε κάθε πόνο που κρατάς βαθιά κρυμμένο και δεν αφήνεις να ανασάνει. Θα σε φέρουνε αντιμέτωπο με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Και μόνο αν καταφέρεις να επιβιώσεις αυτή τη μαρτυρική σύγκρουση, θα μπορέσεις να απολαύσεις αυτό που έπεται στη συνέχεια. Μόνο τότε θα καταφέρει η ψυχεδελική μελωδία να ρεύσει πάνω στις πληγές σου, και να τις απλαλύνει με τις απαράμιλλες ιαματικές της ιδιότητες. Μόνο τότε θα συμφιλιωθείς με τους φόβους σου. Μόνο τότε θα λυτρωθείς! Κι από εκεί κι έπειτα θα εθιστείς στην ψυχοσωματική γιατρειά της μουσικής τους. Και θα σου είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο ν’ απεξαρτηθείς… Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερο ναρκωτικό από την ίδια τη ζωή. Και τα Διάφανα Κρίνα είναι αυτό ακριβώς: Τρόπος ζωής!

Κλείνω, με μία ιστορία – φόρο τιμής – καμωμένη αποκλειστικα από Διάφανους στίχους…

—–

Αυτή η ιστορία δεν είναι για σένα. Μιλάει για ανθρώπους που τα ‘χουνε χαμένα. Για ένα τρένο με χαλασμένα φρένα. Για ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό. Εδώ οι άνθρωποι λιώνουν όπως τα χιόνια. Εδώ οι καρδιές σαπίζουνε ανήμπορες, παραπεταμένες στα σκυλιά. Η αγάπη εδώ δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ψέμα. Η Δις Julia τη σκοτωσε ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι, όταν έξω ευωδίαζαν αγριοκέρασα οι σιωπές. Στον φρέσκο τάφο της άρχισαν να τριγυρνάνε λυπημένα φαντάσματα που τραγουδούνε από τότε, για κάποια Justelene. Μια γυναίκα που διάβαζε ποιήματα χορεύοντας στην ακρογυαλιά.

Καθώς λοιπόν η φαρμακωμένη προχωράει όλο και πιο βαθειά στο νερό, η μόνη της ευχή, είναι να θρέψει η πληγή. Κι η μόνη της μνήμη, κάποιος που έκλαιγε με τύψεις για όσα πρόδωσε εκείνη. Για όλα αυτά που ‘χε αγαπήσει. Για όλα αυτά που δε θα δει…Ύστερα, αναβιώνει τα τελευταία του λόγια πριν ανοίξουν διάπλατα οι μαύροι ουρανοί. Της είχει πει: Οι φίλοι σου δεν θα ναι εδώ ποτέ ξανά, μα εγώ θα ‘ρχομαι από τ’ άπειρο σε σένα, με το χαμόγελο σου στη ματιά μου. Θα μαι δίπλα σου σαν πάντα…

Εκείνος, μέσα σε μια σιωπή που την στοιχειώναν μυστικά, θυμάται το καθάριο βλέμμα της Justelene που σακάτεψε τη μοίρα του. Τα χρόνια του, που ναυάγησαν στις ξέρες της. Τώρα γέρνει στα σπλάχνα της νύχτας κάτω από σκεπάσματα κρύα. Μια άδεια μποτίλια δίπλα στο κρεβάτι είναι ο μόνος του συγγενής. Γύρω του, απόκοσμα φαντάσματα αναζητούνε αλαφιασμένα την τροφή τους. Κι αυτός τα ταϊζει στιγμές μικρών θανάτων που κουβαλάει στη ράχη του. Και χαζεύοντας τη μοναξιά που πίνει αμίλητη το φιλί του Μανδραγόρα απορεί αν θα θυμάται κάποιος της ζωή του τα εξαίσια φεγγάρια.

Κι όμως, η ανάσα της ήταν η πρώτη του πατρίδα. Η μυρωδιά της ο πρώτος του εθισμός. Τώρα κατοικεί στον κολπίσκο με του λίγους επισκέπτες. Σ’ ένα λιμάνι που βρίσκουν απάγγειο μόνο συλλέκτες σπάνιων κορραλιών και ταξιδευτές που η ζωή δεν τους χωράει. Νοιώθει ότι δεν έχει νόημα. Δεν είναι κανενός. Είναι η καρδιά του ένα σπίτι στοιχειωμένο. Όμως κατά βάθος το ήξερε πώς θα συμβεί αυτό μια μέρα. Πώς θα άνοιγε εκείνη η ρωγμή που κουβαλούσε. Η πληγή του που έβραζε. Η αιμμοραγούσα σιωπή θα τον θρυμμάτιζε για πάντα πέρα ώς πέρα.

Αλλά η τελευταία μέρα δεν έχει έρθει ακόμα. Ακόμα και μέσα από τόσα τραύματα εξακολουθεί να υπάρχει σαν πέτρα σκοτεινή μες το νερό. Και θε να πάει στους δρόμους που περπάτησε εκείνη, για να πιει ξανά το δροσερό χαλάζι των ματιών της. Θέλει να της πλύνει τα μαλλιά με αμφίβια μύρα. Θελει να γιατρέψει την αγάπη τους. Το μικρό εκείνο δελφίνι που ξεμακραίνει λαβωμένο στ’ ανοιχτά. Κι όμως αυτός που ήθελε πάντα μέσα της να ζήσει, σφαδάζει τώρα κάτω από έναν ξένο αστερισμό. Είναι ναυαγός στα ίδια του τα ψέμματα. Δεν είναι όμως το ψέμα, αλλά η αλήθεια το μόνο μέρος που μπορεί να κρυφτεί.

Έτσι, παρόλο που γνωρίζει ότι το σώμα του είναι δειλό, ξεκινάει για την απέραντη θλιμμένη Ανταρκτική. Πρέπει να βρει τη Justelene. Πρώτος σταθμός: το μπαρ όπου αυτοκτονούνε οι θαμώνες. Στο ξέχειλο ποτήρι τους είναι όλα εκεί γραμμένα. Καπνοί είναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα. Καπνός κι αφρός το γέλιο τους κι αυτοί να τραγουδούνε: Βάλτε να Πιούμε! Βάλτε να Πιούμε! Όλα μοιάζουνε με όνειρο φτιαγμένο από χιόνι. Αφήνει μοιραία πίσω του αυτόν το μπλε χειμώνα για να συνεχίσει βόρεια. Εκεί συναντάει τη Βάλια που όλο μιλάει για το μοναχικό Λυκόσκυλο που κλαίει τις νύχτες. Η Βάλια επιμένει ότι ο σκύλος δεν είναι άλλος παρά η νεκρή αγάπη που έχει θαφτεί βαθειά στην κόλαση κάτω από έναν σακάτη ουρανό. Εκείνος δεν απορεί. Από μικρός είχε τη συνήθεια να αγαπάει ότι τον έσπρωχνε στο χαμό του. 

Βυθίζεται λοιπόν στην Άβυσσο, αφού μακριά της έτσι κι αλλιώς είναι χαμένος. Ρωτάει παντού για εκείνη. Μαθαίνει νέα της από δαίμονες τρελούς και από αστροναύτες που την είδαν στο φεγγάρι. Και δεν αργεί να τη βρει μέσα σε κάτι καπνίζοντα ερείπια, να κρέμεται από ένα κορμί τσακισμένο. Δίπλα της έστεκε βουβό, το σκυλί της αγάπης. Στο πλάι, σιγόκαιγε η λησμονιά. Κι από πίσω, ο Διάβολος να τον καλεί για ένα τελευταίο ποτό. Δεν αρνήθηκε. Τότε, ο άρχοντας της κολάσεως του ζήτησε να του δώσει πίσω τη μόνη του διέξοδο προς τη λήθη. Εκείνος αρνήθηκε σθεναρά. Μπορεί κάθε τι που ανασαίνει να ζητάει να δωθεί, αλλά την ίδια στιγμή παλεύει σαν φωτιά αναμένη με κτήνη σαν κι αυτόν. Του είπε επίσης να πει στο Βαρκάρη του ότι δεν βιάζεται να φύγει. Αλλά δεν του ζήτησε καμία χάρη. Μοναχά να του γνέψει όταν έρθει ο καιρός του.

Κι αφού κέρασε mescal όλα τα πορφυρά ξωτικά που προσπαθούσαν να τον κοιμήσουν γλυκά στη ζεστή αγκάλη του θανάτου, θέρισε τις σκιές στα σιωπηλα και μάζεψε ότι απόμεινε από την ευτυχία, συνέχισε το ταξίδι του, κουβαλώντας στις πλάτες του την αγαπημένη του. Και μετά από μέρες πεζοπορίας έφτασε κάποτε στον αγρό με το μοναχικό σκιάχτρο και τα αμέτρητα στάχυα που άνθιζαν και μαδούσαν στα σιωπηλά.

Αποφάσισε να ξαποστάσει. Η Justelene μόλις που ανάσαινε. Εκείνος τότε της έσφιξε τα χέρια και τη ρώτησε με δάκρυα στα μάτια: Τι θα γίνω αν χαθείς? Κι εκείνη του απάντησε με λόγια που έβγαιναν σαν άγριο μέλι από το ετοιμοθάνατο στόμα της: Μη φοβάσαι μωρό μου, πάνω λάμπουν τ’ αστέρια, εδώ κάτω λάμπουμε εμείς! Αλλά δεν κόβεται στα δύο η ζωή. Είναι ήλιος και βροχή μαζί! Ήρθα εδώ για να υποφέρω, ν’ αγαπήσω και να χαθώ. Μένει πια μόνο ν’ ακούσω τα γλυκά απελπισμένα σου αντίο.

Εκείνος τότε κοντοστάθηκε για λίγο. Ύστερα της ψέλλισε: Κι αν γλύφω το οξύ απ’ τις ρωγμές των χειλιών σου. Κι αν προσπαθώ να σου απαλύνω τον πόνο. Τα χρόνια θα περάσουνε. Θα μ’ αφήσουνε μόνο. Και θα ψάχνω την πνοή μου στον νεκρό εαυτό σου… Κορώνα γράμματα ποντάραμε το θάνατο μας. Την ίδια κλίση πήραμε φλερταροντας γκρεμούς. Και τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα δικό μας, ο έρωτας μας τσάκισε. Μας έκανε αληθινούς… Θα μ’ αγαπάς! Θα μ’ αγαπάς, μα δε θα φτάνει. Άγονη βροχή θα πέφτει πάνω μου το “χάδι” σου. Κι εγώ σαν γέρικο σκυλί μες το λιμάνι, θα πεθαίνω στο πλάι σου… 

Αυτές οι λέξεις ήταν και ο τελευταίος σταθμός της Justelene. Ύστερα, Ο ουρανός έσβησε σαν ίσκιος. Το σκιάχτρο του αγρού άρπαξε ξαφνικά φωτιά και η γόνιμη, άφθαρτη γη νέκρωσε για πάντα… Κι εκείνος, το άψυχο κορμί της αγκαλιάζει. Το χέρι της σφίγγει με το χέρι του. Μα σαν δεν νοιώθει τίποτα ουρλιάζει:

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟ ΤΟ ΤΑΙΡΙ ΜΟΥ

Ένα Κρίνο στην επιθανάτια κλίνη του πιο Διάφανου μουσικού παραμυθιού…

Κρίνα

Λένε ότι το πένθος χωρίζεται σε 5 επιμέρους στάδια: Άρνηση, Θυμό, Διαπραγμάτευση, Κατάθλιψη και τέλος Αποδοχή… Πάνε περίπου έξι μήνες από τη διάλυση των Κρίνων και μόλις που κατάφερα να ξεπεράσω το τρίτο επίπεδο, δηλαδή αυτό του Θυμού. Ενός Θυμού που εκφράστηκε με προσωρινή αποχή από τη μουσική τους. Κι όταν τα τελευταία 7 χρόνια ακούς αυτά τα 50 με 70 τραγούδια σχεδόν σε καθημερινή βάση, μπορείς να διανοηθείς τι σημαίνει αυτή η αποχή: Για παράδειγμα, ας πούμε ότι ένα τυπικό τραγούδι το ακούς περίπου 20 με 30 φορές στη ζωή σου. Αν τώρα αυτό τυγχάνει να είναι διαχρονική επιτυχία ίσως και να αγγίξεις τις 50, 100 ή και 200 φορές, σε κάποιες πολύ σπάνιες περιπτώσεις (τύπου: Thriller ή Hotel California).

Από εκεί και πέρα φλερτάρεις ανοιχτά με την εμμονή. Αλλά ακόμα κι αυτή έχει τα όρια της: Αν ας πούμε ακούς τον αγαπημένο σου δίσκο μία φορά την εβδομάδα για τα τελευταία 20 χρόνια, τότε έχεις ένα αστρονομικό σύνολο περίπου 1000 ακροάσεων. Αριθμός, που ούτε κατα διάνοια αγγίζει το ύψος των τουλάχιστον 2000 φορών που έχω ακούσει ότιδήποτε φέρει την υπόγραφή του Παντελή, του Θάνου, και της παρέας τους (Νίκο, Κυριάκο, Τάσο και παλιότερα Παναγιώτη)… Φυσικά, δεν είναι διαγωνισμός. Απλώς θέλω με αυτό το παράδειγμα, να εκφράσω με κάποιον σχετικά αντικειμενικό τρόπο, τι σημαίνει αυτό το ελληνικό συγκρότημα για μένα…

Κι είναι εξαιρετικά λίγοι αυτοί που θα με κατανοήσουν, ακόμη και μετά από πλήρη ανάγνωση του παρόντος κειμένου. Μάλιστα, εκείνοι οι ελάχιστοι που θα είναι σε θέση να το κάνουν, δεν θα χρειαστεί να διαβάσουν πέρα από την επικεφαλίδα. Τα Διάφανα Κρίνα, δεν είναι απλά ένα μουσικό συγκρότημα. Τα Διάφανα Κρίνα δεν είναι απλά ένα μουσικό ρεύμα. Τα Διάφανα Κρίνα δεν είναι απλά το τελευταίο από τα μεγάλα ελληνικά συγκροτήματα του προηγούμενου αιώνα. Τα Διάφανα Κρίνα είναι τρόπος ζωής. Και πρέπει να τον έχεις ζήσει για να αντιληφθείς το μέγεθος του πόνου που προκαλεί η απουσία τους. Και τους είμαι ευγνώμων για αυτό…

Δεν θα αναλωθώ σε ξύλινες περιγραφές των έργων και των ημερών του συγκροτήματος. Γι’ αυτό υπάρχει η Wikipedia. Θέλω απλά να σταθώ στην τεράστια επιρροή που είχε στη ζωή μου, αυτή η μεγαλειώδης ερωτική σχέση με τη μουσική τους.

Κάθε μικρό και μεγάλο γεγονός της ζωής μου είναι εμποτισμένο με την παρουσία τους: Στα πρώτα μου μουσικά βήματα ήταν εκεί για να με διδάξουνε με την απλότητα της μουσικής τους. Σε κάθε μου μεγάλο έρωτα ήταν εκεί για να συμπληρώσουνε όσα δεν μπορούσα να πω με λόγια. Σε κάθε μου χωρισμό ήταν εκεί να μου ψιθυρίζουν ότι η απώλεια είναι ανθρώπινη συνήθεια, επιταχύνοντας τα στάδια του πένθους. Σε κάθε μεθύσι μου ήταν εκεί για να με ταξιδεύουνε. Σε κάθε συναυλία μας ήταν εκεί για να μας χαρίζουνε τα τραγούδια τους. Σε κάθε προσωπική μου αναζήτηση ήταν εκεί να πυροδοτούνε τις σκέψεις μου. Σε κάθε μοναχική νύχτα ήταν εκεί για να με οδηγούνε στην λύτρωση με τον απαράμμιλο καθαρτικό τους στίχο. Σε κάθε επιτυχία μου ήταν εκεί για να γιορτάζουμε παρέα. Σε κάθε καθημερινή μου μετακίνηση ήταν εκεί για να μου γεμίζουνε τα αναπόφευκτα κενά με τον λυρισμό τους. Σε κάθε νέα πατρίδα μου ήταν εκεί να μου θυμίζουνε την ταυτότητα μου. Ακόμη και στο πρώτο μου μυθιστόρημα ήταν εκεί για να βοηθήσουν τον κεντρικό ήρωα στην έκφραση των συναισθημάτων του. Κι όταν όλα γύρω μου έχαναν για λίγο το νόημα τους, τα Διάφανα Κρίνα ήταν εκεί για να απομονώνουνε γλυκά τις αισθήσεις μου από το περιβάλλον.

Ήταν κυριολεκτικά παντού…

Και σε αντίθεση με την πληθώρα των κατεστημένων της ψευτο-αισιοδοξίας και της ψευτο-μιζέριας που μας κατακλύζουν, τα Κρίνα δεν μου έκρυψαν ποτέ την αλήθεια για τον Πόνο. Η ζωή είναι πλημμυρισμένη από αυτόν και όσο το γρηγορότερο το παραδεχθούμε, τόσο το ταχύτερο θα λυτρωθούμε. Επίσης, σαν άλλο “Requiem for a Dream”, με οδηγούσαν πάντοτε στην κάθαρση έμμεσα. Ποτέ άμεσα! Η λύτρωση δεν μπορούσε να κατοικήσει στα τραγούδια τους. Έτσι έπρεπε αναγκαστικά να περάσει τις νύχτες της μαζί μου! Η σύγκρουση με τον πόνο, δεν ήταν δική τους ευθύνη. Ήταν αποκλειστικά δική μου! Μ’ έμαθαν λοιπόν να συμφιλιώνομαι από μόνος μου με το μεγαλύτερο δώρο της ζωής και να βρίσκω μια παράξενη ανακούφιση μέσα από την ύπαρξη του. Μ’ έμαθαν να τον κοιτάω στα μάτια και να τραγουδάω. Μ’ έμαθαν να τον αγαπάω. Μ’ ελευθέρωσαν…

Και το πέτυχαν μ’ ένα πανίσχυρο και αδιάσπαστο τρίπτυχο: Στίχο, Ερμηνεία, Μουσική. Μ’ αυτή ακριβώς τη σειρά. Κι όπως σε κάθε ιδεατή ερωτική σχέση πρέπει να συνυπάρχουν απαραίτητα η πνευματική, η σωματική και η συναισθηματική έλξη, έτσι κι εδώ δεν μπορεί να λείπει κανένα από τα τρία παραπάνω χαρακτηριστικά.

Ο Παντελής Ροδοστόγλου (κύριος στιχουργός του συγκροτήματος) αποτελεί σταθμό στην σύγχρονη ελληνική ποίηση και είναι ο βασικός κρίκος αυτής της πανίσχυρης σχέσης. Και για καλή μας τύχη, γράφει στα ελληνικά. Γιατί όσες γλώσσες και να μιλάς άπταιστα, δεν πρόκειται ποτέ να αισθανθείς στίχους όπως: “ευωδιάζουνε αγριοκέρασα οι σιωπές”, “πάνω μου γέρνει ένας σακάτης ουρανός”, “γλύφω το οξύ από τις ρωγμές των χειλιών σου” ή δύστιχα όπως “στυφή αρμύρα πάει να πιει, και πίκρα των κυμάτων, και κουβαλάει στη ράχη του, στιγμές μικρών θανάτων” σε άλλη γλώσσα πέρα από τη μητρική σου. Τελεία και παύλα! Και καλώς ή κακώς έχω μόνο μία μητρική. Μπορώ λοιπόν να ερωτοτροπώ ποιητικά με διάφορες άλλες γλώσσες που μαθαίνω κατά καιρούς, αλλά θα μπορώ να φτάνω σε επίπεδα ερωτικής σύνδεσης, μόνο με την ελληνική ποίηση. Γι’ αυτό το λόγο, οι ελληνόφωνοι εραστές του καλλιτεχνικού λόγου χρωστάμε πολλά στον Παντελή…

Από την άλλη, η μουσική τους είναι ακριβώς ότι χρειάζεται για να ντύσει αυτόν τον υπέροχο στίχο. Απλή, υποβλητική, ψυχεδελική και ρυθμικά επαναλλαμβανόμενη… Αυτό που ονομάζω μινιμαλιστική όψη της τελειότητας. Κάποιες φορές είναι απλά 3 συγχορδίες ή πέντε νότες. Αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία: Ουκ εν τω πολλώ το ευ…

Φυσικά, σε κάθε τραγούδι υπάρχει η αξεπέραστη σπαρακτική ερμηνεία του Θάνου (Θάνος Ανεστόπουλος: Ο τραγουδιστής του συγκροτήματος), χωρίς την οποία τα Κρίνα θα έχαναν την ευκαιρία να μας εκτοξεύσουνε συναισθηματικά. Ακόμα κι όταν ο Παντελής δεν βρίσκεται στο στιχουργικό τιμόνι, ο Θάνος είναι εκεί να κρατάει τα μπόσικα και να μας ταξιδεύει με τη βαθειά μελωδική φωνή του. Όταν πάλι ο Παντελής καταθέτει την ψυχή του μέσω της πένας του, ο Θάνος δεν μπορεί παρά να καταθέσει κι αυτός τη δική του μέσω της μελωδικής λέξης του. Τότε, η μουσική έρχεται να  αγκαλιάσει τις δύο και να τις απογειώσει, με μοναδικό τελικό σταθμό το βασίλειο της αρμονίας. Ενίοτε επίσης, ο Θάνος γράφει κι αυτός αξιόλογους στίχους, σύμφωνους πάντα με το μελαγχολικό και γεμάτο εικόνες πνεύμα του συγκροτήματος, στο δρόμο που χάραξε ο Παντελής…

Αλλά όταν χάνεις ένα τέτοιο συγκρότημα, δεν είναι μόνο τα νέα τραγούδια που θα σου λείψουν, αλλά κυρίως όλες αυτές οι στιγμές της αμφίδρομης επικοινωνίας που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να ξαναβιώσεις. Κι αναφέρομαι φυσικά στις αξεπέραστες συναυλίες τους. Εκεί όπου όλοι ξέρουμε τα δυσνόητα λόγια των τραγουδιών τόσο καλά, ώστε να είμαστε σε θέση να διορθώνουνε τον πάντα μεθυσμένο Θάνο, που τα ξεχνάει. Έκει όπου όλοι ζητάμε πάντα να παίξουνε τα ακυκλοφόρητα και τα πρώτα τους. Εκεί όπου κάθε φορά θα τους τραβάμε με το ζόρι να παίξουνε τις “Μέρες Αργίας”. (Και ίσως τελικά να τουμπάρουμε τον Θάνο, ακόμα κι αν αυτός αποφασίσει να το ερμηνεύσει καθισμένος στο πάτωμα…)

Κι έχουμε βρεθεί σε δεκάδες από δ’ αύτες: Φθινόπωρο, σε μια Γεοπωνική πίτα στους Ναρίτες που δεν κατάφεραν να μας ξενερώσουν ούτε με τα επαναλλαμβανόμενα συνθήματα τους για τον τάφο του Μπακογιάννη. Στο κέντρο, σε Αν και Ρόδον, να μην μπορούμε να σταθούμε από την πολυκοσνμία. (Ειδικά, στο κλείσιμο του τελευταίου). Λίγο πιο δίπλα στο Gagarin, να χάνουμε τα γυαλιά μας, τα οποία εκσφενδονίστηκαν μετά από άγριο χτύπημα σε κάποια εκτέλεση του “Λιώνοντας μόνος”. Μέχρι και ψηλά στην Πετρούπολη έφτασε η χάρη μας, όπου μερικοί θαμώνες που ήταν (για πρώτη φορά) πιο μεθυσμένοι από το Θάνο, δεν σταμάτησαν να ζητάνε το “Virginia Kleim” και να φωνάζουνε συνθήματα όπως “Θάνο και Παντέλο, μας βάλατε φουρνέλο”. Καλή τους ώρα όπου και να ναι τα παιδιά…

συνεχίζεται εδώ

15,000 και μία, στραβάδια απολύεστε!

faceless

Δέκα ‘καραμέλες’ για την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, και άλλα τόσα λαδωμένα χαρτάκια περιτυλίγματος για να τις καταπιούν επιτέλους, αυτοί που χρόνια τις πιπιλάνε…

1. Ο στρατός δεν είναι τόσο τραγικός όσο λένε.

Τότε να πας πολύ ευχαρίστως να υπηρετήσεις. Δεν σε κρατάει κανένας. Προσωπικά, μπορώ να σκεφτώ πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα για να γεμίσω τον υπερπολύτιμο χρόνο μου…

2. Ο στρατός σε κάνει άντρα και σε μαθαίνει πειθαρχία.

Λάθος! Η μοναχική και επίπονη ευθεία αντιμετώπιση με τον εαυτό μας τα κάνει όλα αυτά, και πολλά παραπάνω. Ο μόνος στον οποίο μπορεί να υποκλιθεί κανείς εκτός από τον ίδιο είναι ο Φόβος. Και αυτός ακριβώς είναι ο συνδεσμικός κρίκος κάθε συμπαγούς και διαιρετικής κοινωνικής ομάδας όπως ο στρατός, τα πολιτικά κόμματα, οι θρησκείες, η πατρίδα και φυσικά η οικογένεια. Ειδικά αυτή η τελευταία, είναι η πιο ύπουλη μορφή πνευματικής υποδούλωσης γιατί εισάγει πρώιμα το άτομο στην καταναγκαστική αγάπη που απορρέει από την αδυναμία (πάλι Φόβος!) του τελευταίου να αισθανθεί ασφάλεια σε οποιαδήποτε άλλο περιβάλλον. Επιπλέον, η ανημπορία επιλογής της συγγένειας (βλ. ‘τους συγγενείς δεν τους διαλέγουμε’) ενισχύει την ήδη υπάρχουσα ανελευθερία. Γι’ αυτό άλλωστε, στο δρόμο προς την ανεξαρτησία, θα πρέπει πάσει θυσία να αποτιναχτεί ο ζυγός της …

3. Αν δεν πάω στον στρατό θα υποστώ βαριές κυρώσεις.

Όπως ακριβώς και αν πας. Αυτό δεν έχει να λέει. Κάθε επιλογή στη ζωή έχει και το αντίστοιχο τίμημα. Παρόλα αυτά, οι κυρώσεις για τους συνειδητούς αρνητές (ευρύτατα γνωστους και ως ‘αντιρρησίες συνειδήσης’) είναι συνήθως πολύ μικρότερες απ’ ότι για τους μεμψίμοιρους και τους ευθυνόφοβους. Κι αυτό, γιατί οι πρώτοι συνήθως επιστρατεύουν και ‘αγιάζουν’ όλα τα μέσα για να κατακτήσουν ό,τι δικαιωματικά τους ανήκει, όταν την ίδια στιγμή οι τελευταίοι δειλιάζουν στον πρώτο εκφοβισμό του κατεστημένου και εγκαταλείπουν τον αγώνα αποδεχόμενοι την τιμωρία τους.

4. Κι ο στρατός είναι μία εμπειρία.

Όπως ακριβώς κι η ηρωίνη. Αυτό τι σημαίνει δηλαδή? Ότι θα πρέπει ν’ αρχίσουμε όλοι να τρυπιόμαστε? Άλλωστε, τα πάντα στη ζωή δεν είναι μια εμπειρία? Με την ίδια λογική μπορώ να δηλώσω και ότι: “Το να μην παω στρατό είναι μία εμπειρία!”. Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τις αοριστολογίες και τις πομπώδεις κενότητες και ας ασχοληθούμε με την ουσία. Κι αυτή δεν έχει να κάνει με την αξιολόγηση των εκάστοτε εμπειριών, αλλά με το αναφαίρετο δικαίωμά μας να διαλέγουμε ποιες από αυτές θα βιώσουμε και ποιες όχι.

5. Έννέα μήνες θητεία είναι μόνο.

Δηλαδή περίπου το 5% των πιο γόνιμών χρόνων μας! Όχι ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Προτιμώ να περάσω αυτό το διάστημα παρέα με τις σκέψεις μου…

6. Είναι τιμή να υπηρετείς την πατρίδα.

Αυτό το επιχείρημα με εξοργίζει ιδιαίτερα. Είναι μεγάλη προσβολή απέναντι στην ανθρώπινη ύπαρξη να αναγνωρίζει κανείς ως ιδανικό, την οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα πολτοποιεί το μεγαλείο της κάθε ατομικότητας. Όλες αυτές οι δομές υπονομεύουν την εκάστοτε ανθρώπινη προσωπικότητα στο βωμό ενός συνόλου που ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για την επιβιωσή του, αδιαφορώντας την ίδια στιγμή για την πνευματική νέκρωση που υφίστανται οι μονάδες του. Ο δρόμος προς την αυτογνωσία και την ελευθερία απαιτεί προηγουμένως καταστροφή όλων των παραπάνω δεσμών με τέτοια επικίνδυνα σύνολα. Εξάλλου, καταστάσεις όπως η κατάργηση των συνόρων και η απολύμανση από το μίασμα των θρησκειών μπορεί να φαντάζουν εντελώς ουτοπικές σήμερα, αλλά δεν παύουν να είναι μοναδικός δρόμος ενάντια στην πνευματική αποτελμάτωση. Κάθε λοιπόν αναγνώριση τέτοιων κοινωνικών ομάδων είναι τουλάχιστον οπισθοδρομική. Το σύνθημα είναι ‘γίνε η αλλαγή για να φέρεις την αλλαγή’. Όχι ‘γίνε κι εσύ σαν τον ομοεθνή σου, τον ομόθρησκο, ή τον πατέρα σου’. Αν η υπηρεσία προς την πατρίδα είναι κάτι, τότε αυτό είναι ύβρις και ατιμία γιατί οδηγεί σε εθνική μεροληψία, μαζοποίηση και σε υποβιβασμό του ατόμου. Σε καμία περίπτωση ‘τιμή’…

7. Ποιος θα μας προστατέψει αν γίνει πόλεμος? 

Κατ’ αρχήν, τι πάει να πει το “μας”? Ποιοι είστε εσείς? Οι έλληνες ή το ανθρώπινο γένος γενικότερα? Αν είστε οι έλληνες τότε το ποιος θα σας προστατεύσει μου είναι παντελώς αδιάφορο. Το σίγουρο είναι όχι εγώ. Το γεγονός ότι γεννήθηκα στον ελλάδικό χώρο και ήρθα σε επαφή με την ελληνική νοοτροπία είναι καθαρά αποτέλεσμα τύχης. Το ποιος είμαι πραγματικά είναι αποτέλεσμα επιλογής. Και διαλέγω να είμαι πολίτης του κόσμου. Συνεπώς, τόσο εσείς, όσο και οι εκάστοτε αντίπαλοι σας εν καιρώ πολέμου, βρίσκονται στην ίδια μοίρα για μένα. Ανήκετε όλοι στη σφαίρα των συνανθρώπων μου και σας αγαπώ το ίδιο. Πιθανή λοιπόν μεροληψία προς τη μία ή την άλλη πλευρά ισοδυναμεί με ευνουχισμό της ταυτότητας μου. Απο την άλλη μεριά, αν με το “μας” εννοείτε το ανθρώπινο γένος τότε για εκείνο δεν θα έπρεπε να έχετε τον παραμικρό φόβο. Ο πόλεμος (ζωή) είναι θεμελιώδες κομμάτι της φύσης και της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι οδοιπόροι της αυτογνωσίας το γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα αυτό γιατί τον ζουν καθημερινά. Οι ίδιοι αυτοί οι εραστές της αλήθειας γνωρίζουν και διάφορους τρόπουν να πεθαίνουν. Αλλά ο θάνατος κάτω από τις εντολές κάποιου τρίτου δεν είναι σε καμία περίπτωση μέσα στη λίστα.

8. Δηλαδή όσοι υπηρέτησαν τον ελληνικό στρατό είναι μ*****ς?

Αν το έκαναν παρά τη θέληση τους, τότε ξεκάθαρα ΝΑΙ. Και λόγω αμέριστου σεβασμού προς τα άτομα τους, δεν τους λυπάμαι καθόλου. (Ο οίκτος είναι προσβολή προς τον συνάνθρωπο και συμπλεγμα κατωτερότητας αυτού που τον εκφράζει.) Όταν κάνεις κάτι ενάντια στη θέληση σου, αγνοείς τον εαυτό σου και αυτά που πρεσβεύεις. Και αυτό σημαίνει ότι πληγώνεις το “γνώθι σ’ αυτόν”, δηλαδή τη μοναδική γέφυρα επικοινωνίας με οποιαδήποτε μορφή αλήθειας υπάρχει εκεί έξω. Αυτός είναι ο ορισμός της ηλιθιότητας…

9. Μα το προβλέπει ο νόμος!

Ε, να καταργηθεί τότε… Κι αν δεν καταργηθεί, να τον καταργήσουμε εμείς. Ατομικά ή ομαδικά, δεν έχει σημασία. Οι νόμοι είναι για να μας υπηρετούν και όχι να τους υπηρετούμε. Διαφορετικά οφείλουμε να περάσουμε στην παρανομία! Ο μοναδικός νόμος στον οποίο επιλέγουμε να υπακούμε είναι αυτός της ύπαρξης και του ‘είναι’ μας. Όταν αυτός διατάζει διαφορετικά, τότε όλη η υπόλοιπη νομοθεσία μπορεί κάλλιστα να πάει να κάνει περμανάντ…

10. Όμως, αν δεν πάω στρατό είμαι ανθέλληνας.

Το πραγματικό πρόβλημα εμφανίζεται όταν δηλώνεις το αντίθετο. Κι αυτό γιατί όταν κάποιος δηλώνει περήφανα ότι είναι έλληνας, τότε ταυτόχρονα συνήθως υπονοείται ότι είναι και αντιάγγλος, αντιαμερικάνος, αντικούρδος, αντιαλβανός, αντικονγκολέζος κοκ. Διαφορετικά, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της χώρας του και κάποιας άλλης, δεν θα έπαιρνε το μέρος κανενός! Πόσο μάλλον σε έναν πόλεμο… Και για του λόγου το αληθές: Δεν μπορώ να φαντάστώ κάποιον “έλληνα” που να διαφωνεί με το σύνθημα “Η Μακεδονία είναι ελληνική”. Αυτό είναι προφανώς απαράδεκτο και αστείο. Από που κι ως που είναι “ελληνική”? Έχουμε κλείσει συμβόλαιο με τη μάνα γη? Ή μήπως ο μέγας Αλέξανδρος ούρησε στα σύνορα της από τον τέταρτο αιώνα π.Χ. για να διασφαλίσει την κατοχή της εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν? Η Μακεδονία προφανώς και δεν ανήκει στους “έλληνες”. Ούτε φυσικά ανήκει και σε κανένα άλλο έθνος. Τα εδάφη της, – όπως και κάθε άλλη περιοχή πάνω στον πλανήτη – (θα έπρεπε να) είναι στην υπηρεσία ολόκληρου του ανθρώπινου γένους. Συνεπώς, η άρνηση στράτευσης όχι μόνο δε συνεπάγεται ανθέλληνισμό, αλλά αντιθέτως υποσκάπτει τα γερά θεμέλια του παράλογου και συνήθως κεκαλλυμένου εθνικισμού…

.—–.

ΥΓ.: Η τραγική ειρωνία της υπόθεσης είναι ότι αν η στράτευση ήταν προαιρετική (όπως στην πλειοψηφία των πολιτισμένων χωρών ανά τον κόσμο), τότε ίσως και να καταταγόμουνα στο σώμα των πεζοναυτών. Αυτό, τόσο για την εξαντλητική άσκηση όσο και για την ατομική εξώθηση των φυσικών μου ορίων. Σε καμία περίπτωση βέβαια για το δεσποτικό του περιβάλλον, εξ ού και το ‘ίσως’…

Britain’s got Talent! Seriously…

britains-got-talent

While the rest of the greek blogoshpere is lost in the vain swirl of politics, I’d like to take some time and comment on culture, grace, greek decay and british brilliancy. I am talking of course about the amazing english show “Britain’s got talent”, which ended a few days ago. And for those of you who didn’t have the time to watch it on TV or youtube, let me give you the heads up: The show had it all! From dancing and singing to instrumental soloing and idiotic cypriot parading!

Without further ado, let’s move on to the best contestants of the finals, separated by category:

Dancing

First and foremost, my personal favourite and the winner of the competition, the street dancing group Diversity. (The choreography in that one, is simply from another planet).

Secondly, the equally gifted dance group Flawless. These guys, although totally amazing, made the rookie mistake to present their best show first. (Here, you can see their first and best performance).

Child power part 1. Meet Aidan Davis the boneless kid.

Singing

Susan Boyle! The reason why this woman doesn’t already have an international career, is only beacause her biggest enemy’s first name is Make and last name is Up.

Child power part 2. Shaheen Jafargholi. And yes, he’s singing live!

Soloing

Julian Smith. Nice, simple and harmonically.

Stupidity

Stavros Fletley and son. The best for last! What’s Cyprus’ biggest talent? Well… see for yourself…

Μεγάλοι Έλληνες, μικροί νεοέλληνες

Laocoon

Όπως ξεφύλλιζα τις προάλλες τις λοιπές ελληνικές σελίδες του διαδικτύου με το συνήθη απώτερο σκοπό μου να είμαι (το κατά δύναμιν) up to date στα ελληνικά τεκταινόμενα, πέφτει το μάτι μου σε μία ανάρτηση του ιστολογίου του e-radio, με τίτλο: “Η ώρα του μεγαλύτερου Έλληνα έφτασε!”. Εδώ είμαστε, σκέφτομαι! Ένα θέμα με τέτοιο τίτλο δεν υπάρχει περίπτωση να με αφήσει απογοητευμένο! Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη προχώρησα στον σχετικό σύνδεσμο για να διαβάσω περισσότερα…

Γρήγορα διαπίστωσα ότι επρόκειτο για μία τηλεοπτική ψηφοφορία που διοργάνωνε ο ΣΚΑΪ για να αναδειχθεί – λέει – ο μεγαλύτερος Έλληνας όλων των εποχών, σύμφωνα με τη γνώμη του τηλεοπτικού κοινού. Bingo! Κοινή γνώμη, υποκειμενική ψηφοφορία, καλύτερος Έλληνας. Τρεις άκυρες φράσεις μέσα σε μία πρόταση! Η κοινή γνώμη που εν γένει δεν ξέρει που πάνε τα τέσσερα, θα συμμετάσχει σε υποκειμενική ψηφορία για την ανάδειξη του ‘καλύτερου’ Έλληνα. Αυτά είναι! Έχω εκστασιαστεί… Κάτι τέτοια σκηνικά τα γουστάρω πολύ, μιας και συνήθως οδηγούνε με μαθηματική ακρίβεια σε τρανές αποδείξεις της παρακμής της πάλαι ποτέ ένδοξης Ελλάδας. Μίας παρακμής, η οποία χρονολογείται τουλάχιστον από τον τέταρτο αιώνα μετά Χριστόν, όταν και η μιασματική Χριστιανική θρησκεία έγινε ο επίσημος δήμιος του Ελληνισμού. Χωρίς όμως άλλες φαμφάρες, ας περάσουμε στα τεκμήρια:

Τεκμήριο πρώτο: Οι 10 υποψήφιοι. (Τους αναγράφω σε τυχαία σειρά)

  • Πλάτωνας
  • Καποδίστριας (!)
  • Σωκράτης
  • Καραμάνλής (Χαχαχαχαχα!)
  • Κολοκοτρώνης (!)
  • Βενιζέλος (!!)
  • Αριστοτέλης
  • Περικλής
  • Μέγας Αλέξανδρος
  • Παπανικολάου (!)

Τι να πρωτοπεί κανείς? Ο τυπικός Ελλαδίτης που δεν έχει ήδη πέσει στο πάτωμα από τα γέλια είναι τουλάχιστον ο νεοέλληνας του Πανούση για να μην πω τίποτα χειρότερο. Καταστάσεις για πολλά γέλια! Μόνο για γέλια όμως… Όχι για κλάμματα. Όπως δεν κλαίς για τον παππού σου που τον έχεις χάσει εδώ και μια δεκαετία, έτσι δεν κλαις και για την πατρίδα που την έχεις χάσει εδώ και μίαμιση χιλιετία…

Κανονικά δεν θα ‘πρεπε να ρωτήσω τα αυτονόητα, αλλά δεν κρατιέμαι: Πώς γίνεται να βάζεις στην ίδια κατηγορία 5 από τους μεγαλύτερους άνδρες της ανθρωπότητας που τους προσκυνά το σύμπαν εδώ και 2500 χρόνια, μαζί με: 3 συγκυριακούς ηγέτες, έναν σημαντικό – αλλά τίποτε παραπάνω – επιστήμονα και τον Καραμανλή? Και μετά μου λέτε ότι το μπάφο μου θολώνει τη σκέψη… Είδα και σας που είστε ‘καθαροί’…

Τεκμήριο δεύτερο: Τα κριτήρια επιλογής.

  • Ευφυΐα
  • Κληρονομιά
  • Ηγεσία
  • Ανδρεία
  • Ευσπλαχνία

Ωραία δεν φαίνονται? Αν όμως κάποιος κοιτάξει την παραπάνω λίστά από πιο κοντά, βλέπει ότι η επιλογή έχει γίνει περίπου ως εξής: Ποιοι είναι οι πιο γνωστοί αρχαίοι Έλληνες? Η κλασική τριάδα των φιλοσόφων: δηλαδή Πλάτωνας, Σωκράτης και Αριστοτέλης. Κι αυτό, γιατί ο Θαλής, ο Πυθαγόρας, ο Όμηρος, ο Ζήνων, ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, ο Παρμενίδης, ο Διογένης κι ο Επίκουρος μαζεύανε μούσμουλα εκείνη την εποχή. (Άλλωστε, πολλούς από αυτούς ούτε που τους έχουμε ακουστά. Τα “αμερικανάκια” τους γνωρίζουν καλύτερα από εμάς!).

Συνεχίζουμε… Ποιος είναι ο μεγαλύτερος γνωστός οπλαρχηγός της Αρχαιότητας? Μα ο Μέγας Αλέξανδρος φυσικά! Αλλά και να μην είναι, τι μας νοιάζει? Έχει αυτό το ‘Μέγας’ μπροστά, οπότε δεν μπορεί να λείπει από τη λίστα. Αλλιώς θα μας πάρουνε με τις ντομάτες ακόμη κι οι ηλίθιοι που μας ψηφίζουνε. Εναλλακτικά, ο Θεμιστοκλής κι ο Αγησίλαος ακούγονται πολύ gay για τηλεόραση, ενώ ο Λεωνίδας παραπέμπει σε six-packs και στο ιστορικότατο “Tonight we dine in hell!”.

Τέλος, ψάχνουμε έναν γνωστό άνδρα με βαρύγδουπο όνομα. Καμία ιδέα? Μα ο Περικλής φυσικά! Ακόμη και η τελευταία θείτσα που λύνει σταυρόλεξα έχει ακούσει για τον χρυσούν αιώνα του Περικλέως, βεβαίως βεβαίως. Κάτι άλλα ονόματα όπως Δημοσθένης, Αριστείδης, Αρχιμήδης (!), Πύρρος, Υπατία, Μιλτιάδης, Λύσανδρος, Αριστοφάνης, Ευριπίδης, Φειδίας, Ευκλείδης. Ιπποκράτης, είναι κατάλληλα μόνο για φανταχτερά βαφτιστικά! Προσοχή! Ειδικά αυτόν τον τελευταίο (Ιπποκράτη) πρέπει να τον αποφύγουμε πάσει θυσία γιατί αλλιώς πώς θα βάλουμε το celebrity Παπανικολάου στη λίστα? Κι όχι τίποτε άλλο, τι θα ψηφίσουν κι εκείνες οι κυρίες που μπορεί να μην ξέρουν ιστορία, αλλά κάνουν συστηματικά τέστ-παπ και θυμούνται με νοσταλγία τα παλιά δεκαχίλιαρα? Go Παπ!

Πάντως, πέρα από την πλάκα, ο συγκεκριμένος επιστημονας σίγουρα θα άξιζε να καταλάβει την έκτη θέση στην παρούσα λίστα, αν και σ’ αυτό το βεληνεκές, υπάρχουν αρκετές σύγχρονες προσωπικότητες όπως Καραθεοδωρής, Ελύτης (και – σύμφωνα με τους διοργανωτές – η Βουγιουκλάκη  η οποία κατέλαβε την αξιοζήλευτη θέση 88 παρακαλώ!) που απουσιάζουν. Φυσικά, κάθε τέτοια προσπάθεια σύγκρισης είναι το λιγότερο γελοία και παραμπέπει σε διαξιφισμούς του στύλ: “Εγώ τον έχω πιο μακρύ, το γάτο μου το Θοδωρή…”

Για τους υπόλοιπους 3 σύγχρονους (και τον άσχετο), δεν έχω να πω τίποτα, πέρα από το γεγονός ότι όλοι τους διακρίθηκαν σε περιόδους κρίσης. Και σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι, αυτό κάθε άλλο παρά μεγαλείο υποδεικνύει. Οι πραγματικά μεγάλοι άνδρες εμφανίζονται κυρίως σε γαλήνιους καιρούς όπου το ισχυρό τους πνεύμα κατακτά αβίαστα τον φυσικό τους περίγυρο. Αντιθέτως, οι τρικυμιώδεις εποχές διψούν για ήρωες, τους οποίους είναι ικανές στην ανάγκη να δημιουργήσουν ακόμη και από το μηδέν. Κι επειδή νοιώθω ότι με χάνετε, θα το πω απλά με παράδειγμα:

Η ελληνική επανάσταση ήταν θέμα χρόνου. Αν δεν υπήρχε ο Κολοκοτρώνης θα υπήρχε κάποιος άλλος. Το ίδιο με τα μεταπολεμικά σχέδια του Καποδίστρια ή το ρόλο του Βενιζέλο στον πρώτο παγκόσμιο. Πάντα θα υπήρχε κάποιος άλλος γιατί υπήρχε ανάγκη! Αντιθέτως, το φιλόδοξο σχέδιο του Αλέξανδρου ήταν θέμα προσωπικότητας. Αν δεν ύπήρχε αυτός, δεν θα υπήρχε κανείς άλλος να το πραγματοποιήσει! Μάρτυρας αυτού? Η μετά Αλέξανδρον εποχή, κατά την οποία η Αλεξανδρινή αυτοκρατορία συνετρίβει σαν χάρτινος πύργος, αφήνωντας πίσω μόνο τα ίχνη των ισχυρών πολιτισμικών επιδράσεων που όφειλαν φυσικά την ύπαρξη τους στον μεγαλειώδη αυτό άντρα! (Μ’ αυτά και μ’ αυτά έπεσα στην παγίδα της σύγκρισης. Αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν το λές και σύγκριση ακριβώς. Είναι σαν να ‘συγκρίνεις’ τον Pavarotti με τον Φλωρινώτη…)

Τεκμήριο τρίτο: H τελική κατάταξη

  1. Μέγας Αλέξανδρος (πάλι καλά!)
  2. Παπανικολάου (aka Το νινί σέρνει καράβι)
  3. Κολοκοτρώνης (Είδες για να τον τρώμε στη μάπα στο σχολείο?)
  4. Καραμανλής (Η απόεξέλιξη του ανθρώπινου είδους)
  5. Σωκράτης
  6. Αριστοτέλης
  7. Βενιζέλος
  8. Καποδίστριας (Σχέδιο καποδίστριας?)
  9. Πλάτωνας (29 τηλεθεατές δελτίων συνιστούν Βέρα Λάμπρου)
  10. Περικλής (aka Το χρυσό βατόμουρο του Περικλή)

Προσωπικά, η τελική κατάταξη δεν μου προξενεί καμία απορία. Οι κυρίες φανατικά Παπ. και οι κύριοι Μ. Αλέξανδρο με τσαμπουκά! Γιατί η Μακεδονία είναι ελληνική (τρομάρα μας), γιατί το “Μέγας” είναι trendy και γιάτί μπορεί να στήνουμε οπίσθιον γενικώς και αορίστως, αλλά τον τραμπουκισμό δεν τον εγκαταλείπουμε με καμία mama-jesus! Γαβγίζει το κανίς κι ας μη τ’ ακούει κανείς…

Κολοκοτρώνης, γιατί χωρίς αυτόν, τα εκατομμύρια αγανακτισμένων ελλήνων θα αερίζονταν μέντες μπροστά στον εχθρό. Καραμανλής, γιατί ξέρουμε ιστορία μέχρι το 1970. Σωκράτης και Αριστοτέλης, γιατί δεν ξέρουμε τι άλλο να ψηφίσουμε. Βενιζέλος και Καποδίστριας, γιατί δεν μαθαίνουμε πολλά γι’ αυτούς στο σχολείο. Πλάτωνας γιατί όλοι έχουμε ακούσει τις φήμες ότι αντέγραψε τις ιδέες του Σωκράτη. (Βασικά είναι το μόνο που έχουμε ακούσει οπότε “σταύρωσον τον αντιγραφέα!”.) Και τέλος Περικλής, γιατί δεν έχουμε καμία απολύτως ιδέα γιατί ο χρυσός πέμπτος αιώνας είναι του Περικλή και ξενερώνουμε αφάνταστα… Άλλωστε, εμείς μόνο τον Περικλή Παναγόπουλο ξέρουμε!

 

Ρώτησα τους ‘μεγάλους’…

wisdom-forest

…για πιο λόγο να ξυπνήσω αύριο το πρωί:

O Nietzsche μου είπε: «Για να γίνεις πιο δυνατός».

Ο Καζαντζάκης μου είπε: «Για να γίνεις πιο ελεύθερος».

O Αρχιμήδης μου είπε: «Για να μάθεις να διαβάζεις τη φύση».

Ο Dali μου είπε: «Για να χλευάσεις με στυλ όλους τους ανόητους».

Ο Hawking μου είπε: «Διότι δεν μπορεί να μην έχεις περιέργεια να δεις τι θα γίνει αύριο»

Ο Πλάτωνας μου είπε: «Για να αφυπνήσεις τις αιώνιες αλήθειες που κατοικούνε μέσα σου».

Ο Hitler μου είπε: «Γιατί ο κόσμος σου ανήκει».

Ο DaVinci μου είπε: «Γιατί να ξυπνήσεις? Σκοπεύεις να κοιμηθείς?».

Ο Καρυωτάκης μου είπε: «Για να έρθεις μια μέρα πιο κοντά στο θάνατο».

Ο Mozart μου είπε: «Για να συνθέσεις την ημέρα σε λα δίεση».

O Αριστοτέλης μου είπε: «Για να ανακαλύψεις την απλότητα που σε περιτριγυρίζει».

Ο Einstein μου είπε: «Διάβασε ένα απο τα εκατομμύρια μπλουζάκια που έχουνε τυπώσει με τη φάτσα μου. Όλο και κάτι ενδιαφέρον θα βρεις…»

Ο Marx μου είπε: «Για να επαναστατήσεις ενάντια στην υπεραξία».

Ο Gandhi μου είπε: «Για να πολεμήσεις υπέρ της ειρήνης».

Ο Dostoyevsky μου είπε να τον αφήσω ήσυχο.

Η Υπατία μου είπε: «Γιατί γυναίκες σαν και μένα υπάρχουν ακόμα εκεί έξω».

Ο Νεύτωνας μου είπε: «Διότι τα νερά δεν μπορούν να σε ταράξουνε, αν δεν τα ταράξεις εσύ πρώτος».

Ο Μέγας Αλέξανδρος μου είπε: «Για να επιβάλλεις το μεγαλείο σου».

Ο Ιούλιος Καίσαρας μου είπε: «Οι μέρες σου μέχρι την εσχάτη προδοσία είναι μετρημένες. Μην τις αφήσεις να πάνε χαμένες».

Ο Jack Bauer μου είπε: «Γιατί σου το επιτρέπω».

O Iπποκράτης μου είπε: «Για να γιατρέψεις τις πληγές του χτές».

Ο Σωκράτης μου είπε: «Εσύ γιατί πιστεύεις?»

Ο Ναπολέων μου είπε: «Για ν’ αποφασίσεις τι είσαι τελικά. Βασιλιάς ή πιόνι?».

Ο Che μου είπε: «Για να συνεχίσεις να ταξιδεύεις».

Ο Ευριπίδης μου είπε: «Για να αφήσεις πίσω το μανδύα της δειλίας».

Ο Έκο μου είπε κάτι, αλλά δεν έδωσα σημασία.

Ο Gödel μου είπε: «Γιατί υπάρχουν αληθείς και μη αποδείξιμες προτάσεις. Η ομορφιά της ζωής ίσως είναι μία από αυτές».

Ο Αριστοφάνης μου είπε: «Για να ρίξεις μια ματιά γύρω σου και να ξεραθείς στα γέλια».

Ο Άσιμος μου είπε: «Για ν’ ανακατώσεις το κοινωνικό κατεστημένο».

Ο Freud μου είπε: «Για να καταγράψεις όλες εκείνες τις μαγικές ιστορίες που σου ψιθυρίζει καθημερινά ο παρδαλός άγρυπνος φύλακας που κατοικεί μέσα στο κεφάλι σου».

Ο Παράφρονας μου είπε: «Πήγαινε να ρωτήσεις τον καθρέφτη σου».

Η Ακινησία δε μου είπε τίποτα.

…της χάρισα λοιπόν απλόχερα όλη μου την προσοχή…

Bring it on Biotch!

the-ghost

(Το παρόν είναι συνέχεια του post: “Ο γείτονας μου ο Ζουλού”)

Πριν όμως ριχτώ στη μάχη, πρέπει να υποσχεθώ δύο πράγματα στον εαυτό μου: Πρώτον, για κανένα λόγο δεν θα πάω δίπλα να του ζητήσω να χαλαρώσει το ντάπα ντούπα, ακόμα κι αν τα πιάτα μου έρθουν στο κεφάλι από το ταρακούνημα. Θ’ αφήσω πρώτα το κτήριο να πέσει, και μετά το συζητάμε. Αν το έκανα αυτό, όχι μόνο θα παραδεχόμουνα την ήττα μου, αλλά ακόμα χειρότερα θα του έδινα τη δυνατότητα να κάνει το ίδιο στο μέλλον. Όταν κάθε μέρα κοιμάσαι στις 6 το πρωί και όταν δεν έχεις ακριβώς και τη φήμη του πιο ήσυχου γείτονα όπως εγώ, τότε το να παραχωρήσεις οικειότητα στο διπλανό σου, ισοδυναμεί λίγο πολύ με συγκατοίκηση, αφού του δίνεις τη δυνατότητα να ‘σκάει’ απρόσκλητος και να σου τη λέει με την πρώτη ευκαιρία. Και όχι μόνο αυτό. Σου αφαιρείται και το δικαίωμα να του πεις και τίποτα, μιας και σ’ αυτήν την περίπτωση, εσύ θα είσαι αυτός που το ξεκίνησε.

Αν όμως δεν του έχεις κάνει ποτέ παρατήρηση στο παρελθόν, τότε όχι μόνο μπορείς να τον γράψεις εκεί που δεν πιάνει μελάνι, αλλά μπορείς να του τη βγεις κι από πάνω. Όπως πέρυσι στο παλιό το σπίτι, που μου ‘χε έρθει μια κοπελιά ένα Σάββατο στις 7 το απόγευμα να μου ζητήσει να χαμηλώσω το Νότη, γιατί ήθελε λέει να διαβάσει. (Νοιώσε λίγο… Πάμε λίγο… Feel a bit… Χλωμό έ?) Τι λες ρε κοπέλα μου? Σ’ έχει ρέψει τελείως? Κοίτα έξω! Τι λέει ο ουρανός? Σάββατο απόγευμα! You know? Saturday afternoon. This day is the official day for relaxation. So, wtf were you thinking when you came up here? I am not turning anything down! Δεν πίστευε στ’ αυτιά της! Τι να μου κάνει όμως? Μου ψέλλισε εκεί μία βρισιά στ’ αραμαϊκά και έφυγε με την ουρά κάτω από τα σκέλια. Κλείνω και γω – κύριος – την πόρτα και πίσω στο Σφακιανάκη… Περιττό να πω, ότι δεν την ξαναείδα από τότε. Κι όλα αυτά, επειδή δε χτυπάω ποτέ πόρτες γειτόνων που με πρήζουν με τον άλφα ή βήτα τρόπο. Αν κάνουν και λίγη φασαρία, δεν χάθηκε κι ο κόσμος. Θα κάνω κι εγω. Κι αν ακόμα κάποια στιγμή το παρακάνουν, υπάρχουν πιο αποδοτικοί και πιο έξυπνοι τρόποι να τους βάλεις στη θέση τους, από το να κάνεις το μπαμπούλα…

Δεύτερον και μακράν σημαντικότερον, οι μπάτσοι δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να μπλεχτούν στα πόδια μας! Μπορούμε να λύσουμε και μόνοι μας τις διαφορές μας και δεν τους έχουμε καμία απολύτως ανάγκη. Γι’ αυτό το λόγο, δεν πρόκειται να του φέρω την αστυνομία. Δεν είμαστε παιδάκια για να το “πούμε στη μαμά μας”, ούτε σωματικά ή πνευματικά ανάπηροι που έχουν ανάγκη διαμεσολάβησης. Άλλωστε, στο δρόμο προς την ελευθερία, κάθε μορφή ‘μητρικής’ εξουσίας (εντός ή εκτός εισαγωγικών) θα πρέπει να αποτιναχθεί χωρίς δεύτερη σκέψη. Συνεπώς, όλοι οι μεσολαβητές μπορούνε να πάνε να κουρεύονται mohawkan-style που είναι και της μόδας (αν και τελικά, στο LA δεν υπάρχει και τίποτα εκτός μόδας).

Ανακεφαλαιώνουμε: Όχι παρατήρηση στην πόρτα, όχι μπάτσους. Τότε πώς θα επιτεθούμε? Πολύ απλό! Με τη μέθοδο του Pavlov. Ξέρετε: Αυτού του Ρώσου που ξενηστίκωνε τα σκυλιά για να αποδείξει τη περίφημη θεωρία του, περί αντανακλαστικών αντιδράσεων (που στην περίπτωση μας, λέει ότι για να αποτρέψεις μία δυσάρεστη συμπεριφορά, θα πρέπει να την ακολουθήσεις – σε βάθος χρόνου – από κάτι ακόμη πιο δυσάρεστο!) Πώς όμως μπορούμε να την εφαρμόσουμε στην πράξη, όταν έχουμε να κάνουμε με τον φύλαρχο των Μασάι? Δεν βαριέσαι… Αυτός Μασάι, εμείς δεν μασάμε! Αρκεί σε κάθε πρωτόγονη κυμβαλοκρουσία του, να του απαντάμε με κάτι ακόμα χειρότερο. Από κει και πέρα, θ’ αναλάβει ο Pavlov.

Οπότε όλα ανάγονται στην επόμενη ερώτηση: Εκτός από Θώδη, τι άλλες δυνατότητες έχουμε για να τον κάνουμε να σπάσει? Υπάρχουν πάντοτε τα εξωγήινα Logitech ηχεία μου, τα οποία αν τα βάλλω στο τέρμα, έχω περίπου 10 δευτερόλεπτα να διορθώσω το λάθος μου, πριν έρθει το LAPD με ελικόπτερα και τον Jack Bauer. Από την άλλη, η μουσική όσο δυνατά και να ‘ναι, παραμένει μουσική. Πόσο μαρτύριο μπορεί να είναι αυτό? Πάντως πλησιάζουμε προς τη λύση. Το νοιώθω! Η ιδέα του δυνατού ήχου είναι πολύ καλή, αλλά θα πρέπει να ξεχάσουμε κάθε μορφή αρμονίας. Οπότε τα mp3’s απορρίπτονται. Όμως για μια στιγμή! Τι υπάρχει μέσα στο δωμάτιο που μπορεί να παράξει όσο δυνατό και όσο παράφωνο ήχο θέλουμε? Μα το ξεκούρδιστο μπάσο μου φυσικά! Αυτό είναι! Τώρα έχουμε πλήρες στρατηγικό σχέδιο! Το μόνο που μένει είναι ν’ αρχίσει πάλι να κοπανιέται και θα το θέσουμε σ’ εφαρμογή…

Πράγματι, κατά τις 8 το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η μικρή Ζουλού αρχίζει πάλι να βαροκοπανάει ότι βρεθεί μπροστά της. Αντί όμως να κατεβάσω καντήλια ως συνήθως, ένα σατανικό χαμόγελο διαγράφεται αυτή τη φορά στα χείλη μου. Ήρθε η ώρα… Αρπάζω το μπάσο, το συνδέω στον ενισχυτή, γυρίζω το volume τέρμα δεξιά και αρχίζω να παίζω ότι μου κατέβει στο κεφάλι. The game is on! Τα τζάμια τρίζουν τόσο δυνατά που σε κάποια φάση φοβήθηκα μήπως έχουμε κανένα ατύχημα. Μπάαα… Μόνο στο Hollywood συμβαίνουν αυτά! (Κι εδώ είμαστα 8 μίλια μακριά) Σε ένα δίλεπτο σταματάω για περίπου 30 δευτερόλεπτα. Όλα είναι μέρος του σχεδίου. Πρέπει να περάσω το “μήνυμα” και ταυτόχρονα να κόψω αντιδράσεις.

Συνεχίζει ακάθεκτος… Κανένα πρόβλημα! Δεν περιμέναμε να πιάσει το κόλπο και με την πρώτη. Συνεχίζω να τζαμάρω για άλλα 2 λεπτά. Α! Υπάρχει και μία βασική λεπτομέρεια την οποία ξέχασα να αναφέρω. Στο μπάσο είμαι αυτοδίδακτος και παίζω λιγότερο από ενα χρόνο. Είμαι αυτό που στη μουσική ορολογία ονομάζεται: άσχετος. Πριν περάσει το δίλεπτο, ακούω κάτι σειρήνες απ’ έξω αλλά δεν σταματάω. Κατά 99% είναι ασθενοφόρο (μένω πίσω από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο του UCLA) αλλά και μπατσικό να είναι που έρχεται για μας, δεν υπάρχει περίπτωση να μου κάνουνε τίποτα. Εγώ παίζω με διακοπές. Ο άλλος είναι που παίζει χωρίς σταματημό! Οπότε είναι πολύ εύκολο να νομίσουνε ότι όλη η φασαρία έρχεται κατ’ ευθείαν από το δικό του διαμέρισμα και γω να περάσω στο απυρόβλητο. Το σχέδιο μοιάζει αδύνατο να αποτύχει. (Κάτι τέτοιες ώρες, απορώ με τον εαυτό μου και με όλα αυτά τα chaotic evil σχέδια που σκέφτεται. Πρέπει να κόψω το πολύ Hustle μου φαίνεται…)

Πίσω στη μάχη τώρα, έρχεται ή ώρα της δεύτερης διακοπής. Σταματάω λοιπόν. ‘Εχει κι αυτός σταματήσει για λίγο. Μάλλον προσπαθεί να αφομοιώσει την ανώμαλη κατάσταση. Ο Zimbabwe όμως δε νοιώθει. Τουλάχιστον όχι ακόμα… Έτσι σύντομα επιστρέφει στη φασαρία του. Εγώ φυσικά δεν κάθομαι με σταυρωμένα τα χέρια. Αυτή τη φορά ανοίγω και το ραδιόφωνο παρέα με το μπάσο. Μέσα στο δωμάτιο γίνεται κυριολεκτικά πανικός! Αλλά το διασκεδάζω όσο δεν πάει. Η ντοπαμίνη έχει βαρέσει κόκκινο.

Γουστάρω τόσο πολυ, που εύχομαι να μην αποφασίσει να σταματήσει. Διαφορετικά, θα πρέπει να σταματήσω και γω. Πώς αλλιώς θα τον κάνω να πάρει το “μήνυμα” και να μην νομίζει ότι η φασαρία που προκαλώ είναι σύμπτωματική? Δυστυχώς όμως, δεν άντεξε παρά μόνο 10 λεπτά πριν λυγίσει οριστικά! Μετά σταμάτησε μαχαίρι και δεν τον ξανάκουσα από τότε. Κρίμα! Πολύ κρίμα… Θα περίμενε κανείς, ότι ο τυπικός Ζουλού της διπλανής πόρτας θα είχε περισσότερο αφρικάνικο μαχητικό πνεύμα μέσα του, ότι η μάχη θα συνεχιζότανε για πιο πολύ ώρα ή ότι τουλάχιστον το τέλος θα ήταν πιο κινηματογραφικο. Μπααα… Μόνο στο Hollywood γίνονται αυτά. Βέβαια, εδώ είμαστε Westwood, οποτε δεν χάνω κάθε ελπίδα. Μπορεί να επιστρέψει κάποια στιγμή δριμύτερος, με νέα νεάντερταλ μουσικά όργανα. Τι να πω, μακάρι… Πάντως, αν τελικά το αποφασίσει, ένα έχω να πώ: Ας έρθει!

Ο γείτονας μου ο Ζουλού

pandoras-gyn

Ας αρχίσουμε με λίγη ποπ μυθολογία: Το περίφημο ‘κουτί της Πανδώρας’ το έχετε ακουστά? Ναι? Σιγά μη σας διέφευγε… Την ιστορία του όμως την γνωρίζετε? Πάλι ναι? Σιγά μη σας πιστέψω… Το λοιπόν, όλα άρχισαν όταν κάποιος καλοπροαίρετος κύριος με free pass στα κοσμικά τεκταινόμενα, γέμισε το εν λόγω κουτί με όλα τα δεινά της ανθρωπότητας (Ξέρετε: δυστυχία, φτώχεια, γυναίκες κλπ). Στη συνέχεια, το φόρτωσε σε μία όμορφη κοπέλα που άκουγε στο όνομα Πανδώρα και την έστειλε πακέτο στον Προμηθέα για να την παντρευτεί. Ο μύθος έλεγε ότι μόλις κάποιος την παντρευότανε, τότε εκείνη θα μπορούσε πλέον να ανοίξει το κουτί και να αφήσει όλες τις καταστροφές να ξεχυθούν στους ανθρώπους. Η όλη φασαρία γίνοτανε για έναν και μόνο λόγο: Για να τιμωρηθεί ο αυθάδης θνητός που τόλμησε να κλέψει τη φωτιά από τους θεούς για να τη φέρει σε ‘μας τους ανθρώπους. Συνεπώς, θα αντιλαμβάνεστε πλέον ποιος βρισκότανε πίσω από αυτό το νοσηρό μεγαλόπνοο σχέδιο: Η αυτού κουφαλιότης ο ξένιος Δίας, φυσικά! (που όταν δεν έριχνε τις καταιγίδες του ή τον «κεραυνό» του, το είχε ενοχλητικό συνήθειο να μπλέκεται στα πόδια των ανθρώπων).

Όμως ο θρυλικός Προ, που ήτανε κι αυτός γνωστός κουφαλίωνας (Lets get one thing straight: In those days, you needed some serious balls to mess with the Godsfire!) είπε “No thanks!” και προσπέρασε το δώρο του σαΔΙΑστή θεού. Ο αδερφός του όμως ο Επιμηθέας το είδε αλλιώς το πράγμα. Λίγο το μυαλό λάχανο, λίγο τα ‘κουτιά’ της Πανδώρας και λίγο το γεγονός ότι είχε βαρεθεί να ζει στη σκιά του αδερφού του, τον οδήγησαν στο ν’ αδράξει αμέσως την ευκαιρία και να παντρευτεί αυτός – αντί για τον Προμηθέα – την Πανούκλα. Από τότε, ζούνε μαζί δυστυχισμένοι στον παρΆβυσσο του διπλανού διαμερίσματος, ταλαιπωρώντας εκτός από ολόκληρη την ανθρωπότητα και τον κακόμοιρο τον Προμηθέα, ο οποίος αναγκάζεται ν’ ακούει καθημερινά τον άλλο ‘μηθέα’ να τρώει γκρίνια, καναπέ και προχτεσινά σουτζουκάκια… Και έτσι, ζήσανε αυτοί κακά, εμείς χειρότερα και ο Δίας ακόμα γελάει κάτω από τα μούσια του!

Μετά από αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός, δύο νέοι όροι προστέθηκαν στα ερμηνευτικά μας λεξικά: Η ‘συγκατοίκηση’ και η ‘γειτνίαση’ (ή οι ‘συγκάτοικοι’ και οι ‘γείτονες’ αν προτιμάτε). Η συγκατοίκηση – όπως ακριβώς συνέβει και με την περίπτωση του Επιμηθέα – είναι συνώνυμη με όλα τα δεινά του κόσμου, όπως για παράδειγμα: κατολίσθηση ρούχων, υπερχειλισμένους νιπτήρες, ακαθόριστες κολλώδεις ουσίες στο ψυγείο, παράξενους λεκέδες στο ταβάνι, εξαφανισμένα παπιέ ντε κώλ, ασταμάτητη γκρίνια για ασήμαντα πράγματα, ασύμβατα ντεσιμπέλ από ηλεκτρικές σκούπες και τραγουδιστές της μπανιέρας και άλλα τέτοια ωραία. Γι’ αυτό το λόγο όσοι συγκατοικούν διαθέτουν κάποιας μορφής ‘αδυναμία’, όπως λόγου χάρη: τα παιδιά, οι έφηβοι, οι άποροι, οι ανασφαλείς, οι νοσηλευόμενοι στα κρατικά νοσοκομεία, οι παντρεμένοι, οι φυλακισμένοι και ο Επιμηθέας!

Από την άλλη μεριά, η γειτνίαση σε αντίθεση με την συγκατοίκηση είναι αναγκαίο κακό. Ακόμα κι αν έχεις τη δύναμη να απορρίψεις τη δεύτερη και να αποκτήσεις τον έλεγχο του προσωπικού σου χώρου, είσαι και πάλι υποχρεωμένος (όπως άλλωστε και ο Προ) να έρθεις αντιμέτωπος με: υψίφωνες γειτόνισσες που διαθέτουν παρατεταμένο οξύ διαπεραστικό γέλιο το οποίο κλυδωνίζει τον όροφο κάθε φορά που παίζει ‘office’ ή ‘family guy’ στην TV, συνουσιαζόμενα frat boys με ανοιχτά παράθυρα που το έχουνε βάλει σκοπό ζωής ποιος θα ακουστεί πιο μακριά, Slumdog fans που ακούνε στο τέρμα το soundtrack για χιλιοστή εβδομηκοστή όγδοη φορά, και τριαντάρηδες αμερικανούς που αποφάσισαν στα γεράματα να διευρύνουν τους μουσικούς τους ορίζοντες σε όλη την κλίμακα των αφρικανικών κρουστών.

Ειδικά το τελευταίο, το ζω από πρώτο χέρι. Δεν ξέρω αν η εν λόγω συμπεριφορά βασίζεται σε κάποια υποσυνείδητη προσπάθεια απόδειξης αντιρατσιστικών αντιλήψεων, σε βίτσιο της εποχής, ή απλά σε παρατεταμμένη αγαμία. Και για να λέμε την αλήθεια, δε δίνω δεκάρα! Το μόνο που γνωρίζω, είναι ότι κάθε απόγευμα από τις 8 μέχρι τις 10 το βράδυ, οι τοίχοι μου χορεύουν σε ρυθμούς κονγκολέζικου Moribayasa εξαιτίας της. Ο ζουλού γείτονας μου δεν κολώνει πουθενά. Όλα τα βαράει, όλα τα κοπανάει: Ταμπούρλα, μαράκες, γκονγκ, γκρανκάσες, μαχαιροπήρουνα στις κατσαρόλες, μέχρι και το κεφάλι του στον τοίχο. Κι όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν πολύ καλά τι πάει να πει αυτό: Bring it on biotch! – που στην αφρικάνικη διάλεκτο σημαίνει Πόλεμο!…

(συνεχίζεται στο post με τίτλο: “Bring it on Biotch!”)

Χαμένοι στη μετάφραση

octavio_ocampo_don_q

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ σας, τι κοινό έχουν τα μαθηματικά με τα κινέζικα? Σκεφτείτε λίγο… Σκεφτείτε λίγο ακόμα… Σκεφτείτε, δεν μας κυνηγάει κανένας… Έχετε χρόνο μέχρι να βαρεθώ να γράφω εμβόλιμες προτάσεις: Όπως αυτή που ακολουθεί. Ή αυτή που προηγήθηκε. Ή όπως αυτή που ξέχασα να γράψω ενδιάμεσα. Ή εκείνη που θα πω στο τέλος αλλά δεν έχω σκεφτεί ακόμα, αν και ξέρω από τώρα ότι θα έχει να κάνει με τα φετινά Oscars. Δηλαδή η ανόητη πρόταση. Δηλαδή αυτή που δε νοήθηκε ποτέ. Δηλαδή όχι ανόητη ακριβώς, μιας και ξέρω ότι θα έχει να κάνει με τα φετινά Oscars. Δηλαδή, αυτή που δειλά μόνο έχω δει. Κι αφού την έχω “ψιλοδεί”, ας την σκεφτώ και ας την ξεστομίσω: Πάρτε πίσω το Oscar από το Slumdog!

Πίσω στα δικά μας τώρα. Θυμάστε τι σας ρώτησα? Αν ναι, τότε θα πρέπει να είστε περήφανοι για τον εαυτό σας, μιας και το τυπικό ανθρώπινο μυαλό θα είχε ήδη αποσυγκεντρωθεί στα μισά της προηγούμενης παραγράφου. Κι αυτό, γιατί ο εγκέφαλος δεν συγκρατεί εύκολα πληροφορίες όταν αυτές έχουν να κάνουν με άγνωστες ή ασυνήθιστες γι’ αυτόν νοητικές περιοχές. Πόσο μάλλον, όταν έρχεται αντιμέτωπος με λέξεις ή φράσεις των οποίων αγνοεί τη σημασιολογία. Αυτή ακριβώς είναι και η ομοιότητα των μαθηματικών με μία ξένη γλώσσα όπως η κινεζική: Δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα, παρά μόνο όταν γνωρίζουμε τον συμβολισμό τους. Με άλλα λόγια, τα μαθηματικά δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια γλώσσα με το δικό της αλφάβητο και τους δικούς της γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά. Ενώ οι συνηθισμένες γλώσσες υπάρχουν απλά για να συμβολίζουν τη φύση και τα διάφορα στοιχεία της, η γλώσσα των μαθηματικών υπάρχει για να συμβολίζει τις “αλήθειες” αυτής. Κι εδώ Houston, είναι που έχουμε το πρόβλημα. Για παράδειγμα, εκείνο το καφέ ζαρζαβατικό που φυτρώνει μες τη γη και έχει κίτρινο χρώμα όταν ξεφλουδιστεί, είναι γνωστό σε εμάς με το όνομα ‘πατάτα’, στους αγγλοσάξωνες με το όνομα ‘potato’, στους γάλλους με το όνομα ‘pomme de terre’ και στους κινέζους με το σκαρίφημα ‘马铃’. Όμως αυτό δεν έχει να λέει… Θα μπορούσαμε κάλλιστα να τη βαφτίσουμε Bob. Τέτοια είναι η ευελιξία των γλωσσών που έχουν ως μοναδικό τους στόχο την απεικόνιση του ευρύτερου περιβάλλοντος και τίποτε περισσότερο.

Στα μαθηματικά όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Για παράδειγμα, τι εννοούμε με τον όρο “μαθηματικό σύνολο” (η απλά σύνολο)? Για πολλά χρόνια, η απάντηση της μαθηματική κοινότητας ήταν απλή: “Σύνολο είναι οποιαδήποτε συλλογή στοιχείων”. Συνεπώς, κατά τον παραπάνω ορισμό, η συλλογή όλων των συνόλων είναι και η ίδια σύνολο! Κι όχι οποιοδήποτε σύνολο. Ένα σύνολο που περιέχει όλα τα σύνολα και άρα κατ’ επέκταση τον εαυτό του! Δηλαδή, υπάρχουν σύνολα που περιέχουν τον εαυτό τους! Αυτό από μόνο του αν και παράξενο δεν είναι παράλογο, μιας και η ύπαρξη ενός μαθηματικού αντικειμένου που δεν συναντάται στη φύση είναι σύνηθες φαινόμενο στην μαθηματική επιστήμη (βλ. τεραδιάστατους χώρους, άπειρα σύνολα κτλ.).

Γι αυτό και συνεχίζουμε ακάθεκτοι! Αυτή τη φορά συλλέγουμε όλα εκείνα τα σύνολα που δεν περιέχουν τον εαυτό τους. Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, αυτή η συλλογή θα αποτελεί και η ίδια σύνολο. Ονομάζουμε αυτό το σύνολο Jack Bauer (JB). Στη συνέχεια θέτουμε το εξής ερώτημα: Το σύνολο JB περιέχει τον εαυτό του ή όχι? Αν όχι, τότε το JB δεν περιέχει τον εαυτό του. Άρα, αφού το JB περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που δεν περιέχουν τον εαυτό τους, θα πρέπει να περιέχει και το JB (που όπως είπαμε, δεν περιέχει τον εαυτό του). Άτοπο! Αν ναι, τότε το JB περιέχει τον εαυτό του. Άρα, το ίδιο το JB δεν μπορεί να περιέχεται στο JB που περιέχει μόνο εκείνα τα σύνολα που δεν περιέχουν τον εαυτό τους (και το JB δεν πληρεί αυτή την προϋπόθεση μιας και περιέχει τον εαυτό του). Άτοπο!*

Τελικά το JB περιέχει τον εαυτό του ή όχι? Σίγουρα θα πρέπει να συμβαίνει το ένα ή το άλλο. Όμως σε κάθε περίπτωση καταλήγουμε σε άτοπο. Συνεπώς, τίποτε από τα δύο δεν ισχύει. Με άλλα λόγια, ο Jack Bauer και περιέχει και δεν περιέχει τον εαυτό του! Αυτό ίσως να μην φαντάζει παράλογο σ’ όλους εμάς τους οπαδούς του JB, αλλά στην πραγματικότητα είναι πιο παράλογο ακόμη και από την εμφάνιση του απαράδεκτου “The Reader” στα Oscars, ή από το γεγονός ότι τα “Vicky-Cristina-Barcelona” και “Dark Knight” έμειναν εκτός πεντάδας για το χρυσό αγαλματίδιο…

*Η διατύπωση του εν λόγω παραδόξου οφείλεται στον Bertrand Russell (1872-1970). Αξίζει να σημειωθεί, ότι μετά τη δημοσίευση του παραπάνω παραλογισμού, η μαθηματική κοινότητα αναθεώρησε τον ορισμό του μαθηματικού συνόλου χρησιμοποιώντας έναν αρκετά πιο σύνθετο ορισμό βασισμενο στα αξιώματα των Zermelo και Fraenkel. Το μη τετριμμένο του ορισμού οδήγησε στην ανάπτυξη του πλέον διασήμου τμήματος της Μαθηματικής Λογικής: Την Θεωρία Συνόλων.

Τα ξενέρωτα στον έρωτα κι η ουσία στη συνουσία…

sex_is_everywhere

Ο έρωτας είναι σαν την ηρωίνη. Τον δοκιμάζεις μια φορά για εμπειρία, αλλά από κει και πέρα αν συνεχίσεις είσαι άξιος της μοίρας σου. Το σεξ πάλι, είναι σαν το φαγητό. Το χορταίνεις μόνο προσωρινά και μετά θέλεις κι άλλο. Απλά πράγματα! (Ότι άλλο και να πω είναι περιττό. Μάλιστα, η μοναδική χρηστικότητα του κειμένου που ακολουθεί, είναι αυτή της τοποθέτησης του δίπλα από το εγκυκλοπαιδικό λήμμα: Λογοδιάρροια.)

Όπως οι εθισμένοι χρήστες ηρωίνης αφήνουν να περάσει σε δεύτερη μοίρα η διατροφή τους, έτσι και οι βαριά ερωτευμένοι, ‘πηδούσι’ εν γένει λιγότερο από τους υγιείς ανθρώπους. Αλλά ισχύει και το αντίστροφο. Όπως δύσκολα θα δει κανείς να ‘τρυπιούνται’ εκείνοι που “τρέφονται” επαρκώς (σωματικά και ψυχικά), έτσι ακριβώς, και οι άνθρωποι που έχουν εξασφαλισμένη σεξουαλική ζωή τείνουν να ερωτεύονται λιγότερο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του αντρόγυνου της κύρα Σούλας και του κυρ Νίκου μέσω της φράσης: «Άντε ρε Σούλα, πήγε 12 η ώρα. Βάλε τα παιδιά για ύπνο και έλα να σου ρίξω ένα γρήγορο, γιατί έχω να σηκωθώ χαράματα αύριο…» που δεν δραπέτευσε ακριβώς από τα ρομαντικά και ευαίσθητα ποιήματα του λόρδου Μπάυρον…

Δυστυχώς, η επιστημονική κοινότητα είναι με το μέρος μου στους παραπάνω παραλληληλισμούς. Και λέω “δυστυχώς”, όχι εξ’ αιτίας κάποιας συμπάθειας που έχω για τον έρωτα, αλλά γιατί όλες αυτές οι μελέτες, μολύνουν την πρωτοτυπία της θεωρίας μου και μου κλέβουν όλη τη δόξα!

Σαν εκείνη την περίοδο, που το είχα βάλει σκοπό ζωής να κερδίσω το χρυσό βατόμουρο υπόδυσης και έσκαγα στη σχολή με τα λιωμένα, semi-cabrio ολσταράκια μου. Ξέρετε… Σόλα αποκολλημένη, φόδρα σκισμένη, φτέρνες πλήρως εκτεθειμμένες στο έλεος διαφόρων υγρών και αερίων ουσιών της μάνας γης, και άλλα τέτοια ωραία. Ήμουνα πολύ περήφανος για αυτά τα παπούτσια! Μέχρι που μια μέρα έγινε το αδιανόητο… Ηττήθηκα στο ίδιο μου το παιχνίδι! Μπαίνοντας λοιπόν στο γραφείο μου, βλέπω το Ryan να φοράει ένα καταξεσκισμένο από τη χρήση, παντελόνι. Προσοχή! Όχι επίτηδες σκισμένο! Από τη χρήση! Αυτοστιγμεί, με περιέλλουσε κρύος ιδρώτας. Τα χέρια μου πάγωσαν. Το πολυπόθητο βατόμουρο έδειχνε να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από κοντά μου. Δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να μάθω. Έσφιξα λοιπόν τα δόντια και έστρεψα σιγά σιγά το βλέμμα μου στα παπούτσια που φορούσε. Και τότε συνέβει! Από το αριστερό και κατατρυπημένο αθλητικό του παπούτσι, ξεπρόβαλλε ένα γιγαντιαίο και στρουμπουλό δάχτυλο ποδιού, που με κοιτούσε ξεδιάντροπα μέσα από το εξίσου τερατώδες κατάμαυρο νύχι του…

Δεν έμεινα να δω άλλο! Υποκλίθηκα στην εμφανή ανωτερότητα του αντιπάλου μου και του παραχώρησα χωρίς δεύτερη σκέψη, το χρυσό βατόμουρο, το χρυσό βερύκοκο, το χρυσό μούσμουλο και το χρυσό μάνγκο. Με κέρδισε επάξια! “Fair and square” που θα ‘λεγε κι αυτός. Όσο για μένα? Εγώ έμεινα με τα ταπεινά μου ολσταράκια κι ένα ανεκπλήρωτο post. Γιατί δεν πιστεύω να νομίζατε ότι μετά από την αφύπνιση μιας τέτοιας θλιβερής ήττας, θα είχα την όρεξη να ολοκληρώσω την ανάπτυξη των φιλοσοφικών μου ιδεών, περί έρωτος και συνουσίας? Αν πάντως ψάχνετε για κατακλείδα, ορίστε τρία αποφθέγματα παρμένα από το μουσείο της λαϊκής ιστορίας: “Μαμάτε γιατί χανόμαστε”, “Βασιλική τον έρωτα πολύ βαρύ τον πήρες” και  “Όχι στα ναρκωτικά, γιατί δεν φτάνουν για όλους”…

« Παλιότερες καταχωρίσεις