Κράτος ρουφιάνων, ή σύγχρονος πολιτισμός?

santa_trial1

Κατ’ αρχήν, γιατί θα πρέπει αναγκαστικά το ένα να αναιρεί το αλλό? Ο «πολιτισμός» σαν έννοια, είναι (εσφαλμένα) κοινωνικά συνιφασμένος με την (θετική) ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Επειδή δεν βλέπω από που απορρέει αυτό (και επειδή δεν καταλαβαίνω καν, τι σημαίνει ‘θετική’), δεν θα το θεωρήσω δεδομενο. Θα θεωρήσω όμως δεδομένο, το γεγονός της κατακραυγής, απέναντι σ’ αυτούς που προσπαθούν να ξεγελάσουν το κοινωνικό κατεστημένο με διάφορες «παράνομες» μεθόδους. Εδώ, η λέξη «παράνομες» δεν είναι σε εισαγωγικά επειδή η σημασία της είναι αμφίσιμη. Η κοινωνία είναι σαφώς καθορισμένη, (άσχετα με το αν δεν μπορούμε εύκολα να προσδιορίσουμε αυτό το «σαφώς») έχοντας κανόνες και περιορισμούς. Οπότε η λέξη παράνομος είναι απόλυτα συγκεκριμένη και αναφέρεται σ’ αυτόν που δεν συμμορφώνεται μ’ αυτούς τους κανόνες…. Ο λόγος που μπαίνει μέσα σε εισαγωγικά, είναι γιατί δεν είναι σαφές το πλαίσιο μέσα στο οποίο ορίζεται. Πρόκειται για μία κοινωνική παρανομία και άρα ορίζεται όπως παραπάνω, ή πρόκειται για μία γενικότερη παρέκληση που υπονομεύει το γενικότερο και φιλοσοφικώς πιο αφηρημένο ευ ζην?

Το ερώτημα αυτό, είναι πολύ πιο σημαντικό από ότι ίσως φαντάζει. Γιατί αν κατανοηθεί, μπορεί να προσεγγιστεί και να γίνει κατανοητή, η αντίδραση της ανθρωπότητας απέναντι σ’ αυτές τις «παρανομίες». Γεννάται λοιπόν άμεσα το επόμενο ερώτημα: Από ποια σκοπια, τιμωρεί κάποιος μία τέτοια συμπεριφορά? Από την αμιγώς κοινωνική (π.χ. τιμωρία ενος δολοφόνου γιατί ο φόνος είναι έγκλημα) ή από την βαθύτερη φιλοσοφική (π.χ. τιμωρία ενός δολοφόνου γιατί ο άνθρωπος είναι κάτι ιερό)? Κάποιος εδώ, μπορεί να παρατηρήσει ότι οι δύο καταστάσεις είναι ισοδύναμες γιατί η δολοφονία θεωρείται έγκλημα λόγω της ιερότητας του ανθρώπου. Όμως αυτό δεν είναι σωστό. Και δεν είναι σωστό, επειδή υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στις δύο καταστάσεις. Και αυτή η διαφορά έγκειται στην στατικότητα. Η φιλοσοφική προσσέγγιση είναι πολύ πιο δυναμική και ποικίλει πολύ περισσότερο από το κοινωνικό κατεστημένο (νόμους κτλ.). Με άλλα λόγια, αρκεί κάποιος να θεωρήσει ότι υπάρχει δικαιολογημένος φόνος και αυτόματα, επηρρεάζει τον φιλοσοφικό κόσμο των ιδεών. Θα χρειαστεί όμως αρκετή περαιτέρω διαδικασία, για να μπορέσει αυτή η ιδέα να γίνει κοινωνικό κατεστημένο (και ίσως, φυσικά, αυτό να μην γίνει ποτέ…).

Επιστρέφουμε λοιπόν στο ερώτημα της σκοπιάς. Προφανώς, λόγω της εξαιρετικής δυναμικότητας του χώρου των ιδεών και του σχετικού χάους, που απορρέει από αυτήν, είναι πρακτικώς αδύνατο για κάποιον, να λειτουργεί στο όνομα της, επειδή δεν την γνωρίζει στο πλήρες της μέγεθος. Αυτό που κάνει, είναι να λειτουργεί, με βάση τον δικό του (υποκειμενικό) χώρο σκέψεων και απόψεων. Αυτό όμως σημαίνει, ότι λειτουργεί με βάση την προσωπική του εκτίμηση για το υπάρχον κοινωνικό κατεστημένο. Έτσι, δρα ανάλογα. Όταν αυτή του η δράση (τιμωρία), είναι σύμφωνη με το κοινωνικό κατεστημένο, τότε δηλώνει συμφωνία με την υπάρχουσα κατάσταση. Εξ’ άλλου, σε έναν ιδεατό κόσμο, που κάποιος ήθελε να λειτουργήσει με βάση τις επιταγές της πραγματικότητας, δεν θα έχανε χρόνο να ψάχνει για (τεχνητές) τιμωρίες, γιατί αυτές απορρέουν ούτως η άλλως από την φυσική ροή της πραγματικότητας. Όπως ακριβώς, η (φυσική) αντίδραση που προκαλείται στην εκάστοτε δράση…

Άρα, αν συμφωνήσουμε ότι κάθε ‘τιμωρία’ προδίδει την θέση μας απέναντι στην κοινωνία, τότε, η γενικότερη αποδοχή των κοινωνικών κανόνων που παρατηρείται, υποδηλώνει μία πλειοψηφική αποδοχή του κοινωνικού κατεστημένου. Ενός κατέστημένου, που ποτέ δεν επιλέξαμε. Απλώς, μάθαμε να ζούμε σ’ αυτό και μ’ αυτό. Και το μάθαμε καλά. Τόσο καλά, ώστε να υπηρετούμε πιστά, όλες τις (κοινωνικές) επιταγές του. Γιατί όμως το κάνουμε αυτό?

Ένα τέτοιο ερώτημα δεν είναι φυσικά δυνατόν, να απαντηθεί πλήρως, σε δύο γραμμές, αλλά μπορεί να προσσεγγιστεί σε πολύ λιγότερο… Η απάντηση είναι: Λόγω ψευδαίσθησης και λόγω φόβου. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, τα διαθέτουν άνθρωποι διαφορετικών «εξελλικτικών» επιπέδων. Στην πρώτη κατηγορία, αυτήν της ψευδαίσθησης, ανήκουν όσοι συγχέουν την υποστήριξη του κοινωνικού κατεστημένου, με την υποστήριξη των βαθύτερων φιλοσοφικών ιδεών (που όπως υποστηρίχτηκε παραπάνω, είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα). Νομίζουν δηλαδή, ότι υπηρετούν μία βαθύτερη αλήθεια, ενώ στην πραγματικότητα δεν κάνουν τίποτα άλλο, απο το να τείνουν να διαιωνίζουν αμετάβλητη, την κοινωνική τους κληρονομιά.

Η δεύτερη κατηγορία είναι πιο πολύπλοκη. Σ’ αυτήν, ανήκουν άτομα που έχουν κατανοήσει την παραπάνω διαφορά, αλλά αρνούνται να πάψουν να την υπηρετούν λόγω συνήθειας (δηλαδή: γιατί έτσι έχουνε «μάθει»), και φόβου. Τι πιο επίπονο, από το να πρέπει να αποφαζίσεις από μόνος σου, τι είναι σωστό και τι όχι, χωρίς να έχεις κάποιον ή κάτι για να ακολουθήσεις. Φανταστείτε για παράδειγμα, ένα παιδί χωρίς γονείς και καθοδήγηση… Η κατακτηση της ‘ελευθερίας’ δεν είναι δύσκολη εξαιτίας κάποιας παράξενης ιδιομορφίας της φύσης, είναι δύσκολη γιατί μας τρομάζει. Είναι περιττό ίσως να ειπωθεί, («-Τότε γιατί το λες?», «-Γιατί το τι είναι περιττό για μένα είναι σχετικό και γιατί είπα ‘ίσως’») ότι οι παραπάνω κατηγορίες επιδέχονται διαβαθμίσεις, ενώ πολλές φορές διάφορα άτομα, ανήκουν και στις δύο κατηγορίες (από διαφορετικό βαθμό σε καθε μία).

Κάποιος θα μπορούσε να επισημάνει εδώ την ύπαρξη και μίας τρίτης πιο ανεπτυγμένης κατηγορίας: Αυτήν, της συνειδητοποιημένης υποστήριξης του κοινωνικού κατέστημένου. Θεωρητικά, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρακτικά, υπάρχουν δύο σοβαρότατες ενδείξεις για το αντίθετο.

Πρώτον, οι δύο προαναφερθείσες κατηγορίες είναι δυσδιάκριτες (υπό την έννοια, ότι η εκμάθηση της αποδοχής του κοινωνικού κατεστημένου είναι σχεδόν τόσο φυσική, όσο η ίδια μας η ύπαρξη) και έτσι πολλά άτομα νομίζουν εσφαλμένα ότι ανήκουν στην θεωρητική τρίτη κατηγορία, ενώ ουσιαστικά ανήκουν στις δύο προηγούμενες.

Δεύτερον, (και μακράν ουσιαστικότερον) το κοινωνικό κατέστημένο εκφράζει κάτι, σαν έναν «μέσο όρο» απόψεων, αν μπορεί να επιτραπεί αυτός ο ανεπίσημος όρος. Ωστόσο, όπως έχει επισημανθεί πολύ σωστά και στο παρελθόν, ο «μέσος άνθρωπος» είναι ένα έκτρωμα (μη υπαρκτός). Υπάρχουν δηλαδή «μέσες καταστάσεις», αλλά όχι «μέσοι άνθρωποι». Αυτό, με απλούστερα λόγια, σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος (ως ιδιαίτερη προσωπικότητα) διαφέρει σημαντικά από αυτόν τον κοινωνικό «μέσο όρο». Έτσι (θεωρητικά), αν δεν δρούσε κάτω από την κοινωνική επείρια των προγόνων του, θα είχε πάρα πολλούς λόγους να αντιταχθεί στο κοινωνικό κατεστημένο. Εδώ φυσικά, υποτίθεται ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλά ένα συνοθίλευμα κοινωνικών επιρροών (δηλαδή, δεν γεννιέται tabula rasa). Οι παραπάνω ένδείξεις, κάνουν της τρίτη αυτή κατήγορία, πρακτικώς ανέφικτη.

Το γεγονός όμως ότι δεν υπάρχει (πρακτικά) η προαναφερθείσα ‘τρίτη κατηγορία’, σημαίνει ότι δεν υπάρχει άλλη κατηγορία? Η απάντηση εδώ είναι αρνητική. Κάποιος, για να αποφύγει τεχνικές δυσκολίες, θα μπορούσε να ορίσει αυτήν την τρίτη κατηγορία, ως αυτή που περιέχει ότι δεν ανήκει στις δύο προηγούμενες. Αυτό δεν είναι «παράνομο», απλά δεν μας δίνει καμία καινούρια πληροφορία (και όπως έλεγε και ένας φίλος: ‘η ζωή δεν είναι μαθηματικά, για να παίρνεις συμπληρώματα…’). Το ερώτημα παραμένει: “Τι είδους άτομα ανήκουν σ’ αυτήν την τρίτη κατηγορία?” Δηλαδή, εκτός από τα χαρακτηριστικα που ξέρουμε ότι αυτά τα άτομα δεν θα έχουν (ψευδαίσθηση και φόβο), τι στοιχεία θα έχουν? Η απάντηση είναι απλή: Ελευθερία και ένα δωρεάν εισιτήριο για το ψυχιατρείο… Αλλά μιας και το ψυχιατρείο είναι καθαρά κοινωνικά ορισμένο, όσοι βρίσκονται σ’ αυτήν την κατηγορία, αδιαφορούν για αυτό το τίμημα. Το ‘τίμημα’ ζει στο κόσμο των δύο άλλων κατηγοριών και υπάρχει για να τις αποτρέπει από το να μεταβούν σε αυτήν…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: