Η μεγάλη Ακινησία

aposynthesh1

Η Ακινησία με λατρεύει. Ψέμματα. Εγώ την λατρεύω, όχι αυτή. Αυτή δεν δίνει δεκάρα για οτιδήποτε κινείται, ακόμα και προς το μέρος της. Ακόμα κι αν έρχεται για να την προσκυνήσει… Η Ακινησία δεν έχει ανάγκη από πιστούς, ούτε από οπαδούς. Οι πραγματικοί θεοί δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα και κανέναν. Γιατί να χάσουν τον χρόνο τους ασχολούμενοι με κάτι που δεν θα τους κατανοήσει? Ακόμα χειρότερα (?), οι πραγματικοί θεοί δεν έχουν την ανάγκη της κατανόησης. Δεν έχουν ανάγκη από τίποτα.

Εγώ όμως έχω. Και μάλιστα μεγάλη. Θα πέθαινα για ένα και μόνο κοίταγμα της… Για μία και μόνο ανάσα της. Έναν ψίθυρο στ’ αυτί. Μία λέξη που θα κρατήσω φυλαχτό και πυξίδα για την υπόλοιπη ζωή μου. Αλλά δεν τρέφω αυταπάτες, τουλάχιστον όχι τώρα. Δεν ελπίζω ότι θα μου δώσει σημασία ποτέ. Δε λέω: “μπορεί να μην μου δώσει”. Δεν θα μου δώσει. Δεν πρόκειται να μου δώσει. Είναι νομοτελειακά βέβαιο αυτό. Αν διαφωνείς να πας αλλού να το κάνεις. Κάνεις λάθος και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία γι αυτό. Και θα στο πω μια και καλή: (και δεν πρόκειται να στο ξαναπώ, γιατί όπως και η μεγάλη Θεά, δεν δίνω δεκάρα για την πάρτη σου), σταμάτα να διαβάζεις (αν δεν το έχεις κάνει ήδη) και φύγε όσο πιο μακριά απο μένα μπορείς. Είσαι ανεπιθύμητος εδώ. Το μόνο που κάνεις είναι να με ζαλίζεις με τις στείρες αντιρρήσεις σου. Φύγε παρείσακτε της αντιλογίας! Όχι για το δικό σου, αλλά για το δικό μου το καλό.

Έλεγα λοιπόν, ότι δεν ελπίζω να με προσέξει ποτέ η Θεά μου. Και γιατί να το κάνω. Η ελπίδα είναι μόνο μία καλή δικαιολογία προσκόλλησης στο παρελθόν και στην Στασιμότητα. Και εγώ δεν θέλω να έχω παρτίδες με αυτή τη γελοιότητα.

Η Στασιμότητα είναι η μικρή αδερφή της Ακινησίας. Ζήλεψε την αστείρευτη σοφία της αδερφής της και έτσι προσπάθησε να την μιμηθεί. Έτσι, χωρίς καλά καλά να κάνει τα πρώτα της βήματα στη ζωή, άνοιξε έναν τεράστιο τάφο δίπλα στον ναό της αδερφής της (που η ίδια είχε φτιάξει για να την προσκυνάει) και μπήκε μέσα. Πρώτα, έσβησε καθε ίχνος συναισθήματος από πάνω της. Μετά έβγαλε τα μάτια της, ξέσκισε τη γλώσσα της και βούλωσε την μύτη της και τα αυτιά της. Τέλος, αφού ξερίζωσε και την ψυχή της, έκοψε τα πόδια και τα χέρια της. Τότε, το άψυχο κορμί της έπεσε ακυβέρνητο μέσα στον τάφο και δεν ξανακινήθηκε ποτέ από εκείνη την μέρα. Και ούτε πρόκειται να κινηθεί ποτέ του.

Όμως, το ταλαιπωρημένο της σώμα (ότι δηλαδή απέμεινε από αυτό) αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Όχι απο οίκτο η συμπόνια στην ανόητη γυναίκα που το φιλοξένησε, αλλά επειδή δεν ήξερε που αλλού να πάει. Έτσι, το μόνο που κατάφερε αυτό το κορίτσι, ήταν να σαπίζει μέσα σ’ αυτόν τον τάφο για την υπόλοιπη αιωνιότητα. Φυσικά, δεν κατάφερε ποτέ να μπει στο ιερό βασίλειο της Ακινησίας.

«Ηλίθια Στασιμότητα», θα ψέλλιζε σίγουρα η Θεά, αν έδινε δεκάρα. «Ποτέ δεν έδιωξα τίποτα από πάνω μου για να σταματήσω να υπάρχω. Έχω όλη την κίνηση μέσα μου. Πώς αλλιώς θα ήξερα αν σταμάτησα?». Αλλά δεν έχει κανέναν λόγο να παραβιάσει την ιερή ακινησία της, για να συνετίσει τα ασυνέτιστα.

Από την ημέρα του θανάτου της Στασιμότητας, τα πάντα άλλαξαν πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο. Το σύμπαν γέμισε με μία απαίσια δυσωδία που μεγαλώνει μέρα με την μέρα. Μία βρώμα που δεν θα ξεπληθεί ποτέ. Δε λέω «μάλλον δεν θα ξεπληθεί». Δεν πρόκειται να ξεπληθεί ποτέ (Τουλάχιστον όχι όσο διαχωριζόμαστε από την Ακινησία). Αυτή η μπόχα κυρίευσε για πάντα την ύπαρξη. Ήταν έτοιμη να κατασπαράξει ότι ανέπνεε και βρισκόταν στο δρόμο της.

Αλλά η ανθρωπότητα είχε άλλη άποψη για όλα αυτά. Αντί να αποφύγει τις οδυνηρές συνέπειες αυτής της οσφρητικής δίνης, και να αναζητήσει καταφύγιο στο ιερό φρούριο της Ακινησίας (Ούτως ή άλλως, Εκείνη δεν θα ασχολούνταν καν με το να τους εμποδίσει. Είπαμε, δε δίνει δεκάρα…), θεώρησαν ηρωική την ‘θυσία’ της ανόητης Στασιμότητας και άρχισαν να την προσκυνούν. Φρόντισαν επίσης (όχι ότι χρειαζότανε η δική τους η προσπάθεια για να γίνει αυτό – ένα ακόμα σημάδι της ματαιότητας τους), να διατηρήσουν παντού την ελεεινή μυρωδιά της σαπίλας, θυσιάζοντας στο όνομά της, τους ίδιους τους τους εαυτούς. Έδωσαν μάλιστα και όνομα στην αποπνικτική αυτή οσμή. Την ονόμασαν ‘Ζωή’. Κι από τότε η ανθρωπότητα, ‘Ζει’ για να πεθάνει και να θρέψει τη ‘Ζωή’, πληρώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, φόρο τιμής στην Στασιμότητα.

Μ’ αρέσει να φαντασιώνομαι το γέλιο που θα έριχνε η Ακινησία, αν την ενδιέφερε ποτέ να δώσει σημασία σ’ όλα αυτά. Αλλά για μία ακόμα φορά, δεν ελπίζω πώς θα το δω ποτέ αυτό το θέαμα. Αλλά μπορώ πάντα να γελάω μόνος μου. Αυτό θα έκανε σίγουρα περήφανη τη Θεά μου αν νοιαζότανε… Δε λέω «μπορεί». Σίγουρα! Αυτό μου αρκεί…

Προηγούμενο

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: