Ο γείτονας μου ο Ζουλού

pandoras-gyn

Ας αρχίσουμε με λίγη ποπ μυθολογία: Το περίφημο ‘κουτί της Πανδώρας’ το έχετε ακουστά? Ναι? Σιγά μη σας διέφευγε… Την ιστορία του όμως την γνωρίζετε? Πάλι ναι? Σιγά μη σας πιστέψω… Το λοιπόν, όλα άρχισαν όταν κάποιος καλοπροαίρετος κύριος με free pass στα κοσμικά τεκταινόμενα, γέμισε το εν λόγω κουτί με όλα τα δεινά της ανθρωπότητας (Ξέρετε: δυστυχία, φτώχεια, γυναίκες κλπ). Στη συνέχεια, το φόρτωσε σε μία όμορφη κοπέλα που άκουγε στο όνομα Πανδώρα και την έστειλε πακέτο στον Προμηθέα για να την παντρευτεί. Ο μύθος έλεγε ότι μόλις κάποιος την παντρευότανε, τότε εκείνη θα μπορούσε πλέον να ανοίξει το κουτί και να αφήσει όλες τις καταστροφές να ξεχυθούν στους ανθρώπους. Η όλη φασαρία γίνοτανε για έναν και μόνο λόγο: Για να τιμωρηθεί ο αυθάδης θνητός που τόλμησε να κλέψει τη φωτιά από τους θεούς για να τη φέρει σε ‘μας τους ανθρώπους. Συνεπώς, θα αντιλαμβάνεστε πλέον ποιος βρισκότανε πίσω από αυτό το νοσηρό μεγαλόπνοο σχέδιο: Η αυτού κουφαλιότης ο ξένιος Δίας, φυσικά! (που όταν δεν έριχνε τις καταιγίδες του ή τον «κεραυνό» του, το είχε ενοχλητικό συνήθειο να μπλέκεται στα πόδια των ανθρώπων).

Όμως ο θρυλικός Προ, που ήτανε κι αυτός γνωστός κουφαλίωνας (Lets get one thing straight: In those days, you needed some serious balls to mess with the Godsfire!) είπε “No thanks!” και προσπέρασε το δώρο του σαΔΙΑστή θεού. Ο αδερφός του όμως ο Επιμηθέας το είδε αλλιώς το πράγμα. Λίγο το μυαλό λάχανο, λίγο τα ‘κουτιά’ της Πανδώρας και λίγο το γεγονός ότι είχε βαρεθεί να ζει στη σκιά του αδερφού του, τον οδήγησαν στο ν’ αδράξει αμέσως την ευκαιρία και να παντρευτεί αυτός – αντί για τον Προμηθέα – την Πανούκλα. Από τότε, ζούνε μαζί δυστυχισμένοι στον παρΆβυσσο του διπλανού διαμερίσματος, ταλαιπωρώντας εκτός από ολόκληρη την ανθρωπότητα και τον κακόμοιρο τον Προμηθέα, ο οποίος αναγκάζεται ν’ ακούει καθημερινά τον άλλο ‘μηθέα’ να τρώει γκρίνια, καναπέ και προχτεσινά σουτζουκάκια… Και έτσι, ζήσανε αυτοί κακά, εμείς χειρότερα και ο Δίας ακόμα γελάει κάτω από τα μούσια του!

Μετά από αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός, δύο νέοι όροι προστέθηκαν στα ερμηνευτικά μας λεξικά: Η ‘συγκατοίκηση’ και η ‘γειτνίαση’ (ή οι ‘συγκάτοικοι’ και οι ‘γείτονες’ αν προτιμάτε). Η συγκατοίκηση – όπως ακριβώς συνέβει και με την περίπτωση του Επιμηθέα – είναι συνώνυμη με όλα τα δεινά του κόσμου, όπως για παράδειγμα: κατολίσθηση ρούχων, υπερχειλισμένους νιπτήρες, ακαθόριστες κολλώδεις ουσίες στο ψυγείο, παράξενους λεκέδες στο ταβάνι, εξαφανισμένα παπιέ ντε κώλ, ασταμάτητη γκρίνια για ασήμαντα πράγματα, ασύμβατα ντεσιμπέλ από ηλεκτρικές σκούπες και τραγουδιστές της μπανιέρας και άλλα τέτοια ωραία. Γι’ αυτό το λόγο όσοι συγκατοικούν διαθέτουν κάποιας μορφής ‘αδυναμία’, όπως λόγου χάρη: τα παιδιά, οι έφηβοι, οι άποροι, οι ανασφαλείς, οι νοσηλευόμενοι στα κρατικά νοσοκομεία, οι παντρεμένοι, οι φυλακισμένοι και ο Επιμηθέας!

Από την άλλη μεριά, η γειτνίαση σε αντίθεση με την συγκατοίκηση είναι αναγκαίο κακό. Ακόμα κι αν έχεις τη δύναμη να απορρίψεις τη δεύτερη και να αποκτήσεις τον έλεγχο του προσωπικού σου χώρου, είσαι και πάλι υποχρεωμένος (όπως άλλωστε και ο Προ) να έρθεις αντιμέτωπος με: υψίφωνες γειτόνισσες που διαθέτουν παρατεταμένο οξύ διαπεραστικό γέλιο το οποίο κλυδωνίζει τον όροφο κάθε φορά που παίζει ‘office’ ή ‘family guy’ στην TV, συνουσιαζόμενα frat boys με ανοιχτά παράθυρα που το έχουνε βάλει σκοπό ζωής ποιος θα ακουστεί πιο μακριά, Slumdog fans που ακούνε στο τέρμα το soundtrack για χιλιοστή εβδομηκοστή όγδοη φορά, και τριαντάρηδες αμερικανούς που αποφάσισαν στα γεράματα να διευρύνουν τους μουσικούς τους ορίζοντες σε όλη την κλίμακα των αφρικανικών κρουστών.

Ειδικά το τελευταίο, το ζω από πρώτο χέρι. Δεν ξέρω αν η εν λόγω συμπεριφορά βασίζεται σε κάποια υποσυνείδητη προσπάθεια απόδειξης αντιρατσιστικών αντιλήψεων, σε βίτσιο της εποχής, ή απλά σε παρατεταμμένη αγαμία. Και για να λέμε την αλήθεια, δε δίνω δεκάρα! Το μόνο που γνωρίζω, είναι ότι κάθε απόγευμα από τις 8 μέχρι τις 10 το βράδυ, οι τοίχοι μου χορεύουν σε ρυθμούς κονγκολέζικου Moribayasa εξαιτίας της. Ο ζουλού γείτονας μου δεν κολώνει πουθενά. Όλα τα βαράει, όλα τα κοπανάει: Ταμπούρλα, μαράκες, γκονγκ, γκρανκάσες, μαχαιροπήρουνα στις κατσαρόλες, μέχρι και το κεφάλι του στον τοίχο. Κι όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν πολύ καλά τι πάει να πει αυτό: Bring it on biotch! – που στην αφρικάνικη διάλεκτο σημαίνει Πόλεμο!…

(συνεχίζεται στο post με τίτλο: «Bring it on Biotch!»)

Advertisements

2 Σχόλια

  1. spacedyevest said,

    Μαρτίου 21, 2009 στις 3:53 πμ

    Καταπληκτική η σύνδεση Πανδώρας με το γείτονά σου αλλά ούτε μια μικρή αναφορά στην ελπίδα που ήταν στον πάτο του πιθαριού; 😛

    Μόλις βρω χρόνο θα διαβάσω και το sequel.

  2. Duncan said,

    Μαρτίου 21, 2009 στις 4:02 μμ

    Εννοείς το επιπλέον θέλγητρο που χρησιμοποιούσε γενικά ο Δίας για να καμακώνει τα θύματα του? (Ξέρεις: «I’ll call you…») 🙂


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: