Ένα Κρίνο στην επιθανάτια κλίνη του πιο Διάφανου μουσικού παραμυθιού… (Μέρος δεύτερο)

Διάφανα

…συνέχεια από εδώ

Όμως τα Διάφανα Κρίνα δεν είναι εύπεπτο συγκρότημα. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι γροθιά στο στομάχι. Κάθε μελωδία τους είναι ένα σφυροκόπημα ακραίων συναιθημάτων, κάθε στίχος τους είναι ένας μικρός θάνατος και κάθε τραγούδι τους είναι ευθεία μετωπική σύγκρουση με την ίδια τη ζωή. Τα Κρίνα δεν θα σου χαριστούν. Θα σε συντρίψουν με τον πιο ανήλεο τρόπο που μπορείς να φανταστείς. Θα σε φέρουν αντιμέτωπο με τους μεγαλύτερους φόβους και τις ενοχές σου. Θα ξεθάψουνε κάθε πόνο που κρατάς βαθιά κρυμμένο και δεν αφήνεις να ανασάνει. Θα σε φέρουνε αντιμέτωπο με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Και μόνο αν καταφέρεις να επιβιώσεις αυτή τη μαρτυρική σύγκρουση, θα μπορέσεις να απολαύσεις αυτό που έπεται στη συνέχεια. Μόνο τότε θα καταφέρει η ψυχεδελική μελωδία να ρέει πάνω στις πληγές σου, και να τις απαλύνει με τις απαράμιλλες ιαματικές της ιδιότητες. Μόνο τότε θα συμφιλιωθείς με τους φόβους σου. Μόνο τότε θα λυτρωθείς! Κι από εκεί κι έπειτα θα εθιστείς στην ψυχοσωματική γιατρειά της μουσικής τους. Και θα σου είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο ν’ απεξαρτηθείς… Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερο ναρκωτικό από την ίδια τη ζωή. Και τα Διάφανα Κρίνα είναι αυτό ακριβώς: Τρόπος ζωής!

Κλείνω, με μία ιστορία – φόρο τιμής – καμωμένη αποκλειστικα από Διάφανους στίχους…

—–

Αυτή η ιστορία δεν είναι για σένα. Μιλάει για ανθρώπους που τα ‘χουνε χαμένα. Για ένα τρένο με χαλασμένα φρένα. Για ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό. Εδώ οι άνθρωποι λιώνουν όπως τα χιόνια. Εδώ οι καρδιές σαπίζουνε ανήμπορες, παραπεταμένες στα σκυλιά. Η αγάπη εδώ δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ψέμα. Η Δις Julia τη σκοτωσε ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι, όταν έξω ευωδίαζαν αγριοκέρασα οι σιωπές. Στον φρέσκο τάφο της άρχισαν να τριγυρνάνε λυπημένα φαντάσματα που τραγουδούνε από τότε, για κάποια Justelene. Μια γυναίκα που διάβαζε ποιήματα χορεύοντας στην ακρογυαλιά.

Καθώς λοιπόν η φαρμακωμένη προχωράει όλο και πιο βαθειά στο νερό, η μόνη της ευχή, είναι να θρέψει η πληγή. Κι η μόνη της μνήμη, κάποιος που έκλαιγε με τύψεις για όσα πρόδωσε εκείνη. Για όλα αυτά που ‘χε αγαπήσει. Για όλα αυτά που δε θα δει…Ύστερα, αναβιώνει τα τελευταία του λόγια πριν ανοίξουν διάπλατα οι μαύροι ουρανοί. Της είχει πει: Οι φίλοι σου δεν θα ναι εδώ ποτέ ξανά, μα εγώ θα ‘ρχομαι από τ’ άπειρο σε σένα, με το χαμόγελο σου στη ματιά μου. Θα μαι δίπλα σου σαν πάντα…

Εκείνος, μέσα σε μια σιωπή που την στοιχειώναν μυστικά, θυμάται το καθάριο βλέμμα της Justelene που σακάτεψε τη μοίρα του. Τα χρόνια του, που ναυάγησαν στις ξέρες της. Τώρα γέρνει στα σπλάχνα της νύχτας κάτω από σκεπάσματα κρύα. Μια άδεια μποτίλια δίπλα στο κρεβάτι είναι ο μόνος του συγγενής. Γύρω του, απόκοσμα φαντάσματα αναζητούνε αλαφιασμένα την τροφή τους. Κι αυτός τα ταϊζει στιγμές μικρών θανάτων που κουβαλάει στη ράχη του. Και χαζεύοντας τη μοναξιά που πίνει αμίλητη το φιλί του Μανδραγόρα, απορεί αν θα θυμάται κάποιος της ζωής του τα εξαίσια φεγγάρια.

Κι όμως, η ανάσα της ήταν η πρώτη του πατρίδα. Η μυρωδιά της ο πρώτος του εθισμός. Τώρα κατοικεί στον κολπίσκο με του λίγους επισκέπτες. Σ’ ένα λιμάνι που βρίσκουν απάγγειο μόνο συλλέκτες σπάνιων κορραλιών και ταξιδευτές που η ζωή δεν τους χωράει. Νοιώθει ότι δεν έχει νόημα. Δεν είναι κανενός. Είναι η καρδιά του ένα σπίτι στοιχειωμένο. Όμως κατά βάθος το ήξερε πώς θα συμβεί αυτό μια μέρα. Πώς θα άνοιγε εκείνη η ρωγμή που κουβαλούσε. Η πληγή του που έβραζε. Η αιμμοραγούσα σιωπή θα τον θρυμμάτιζε για πάντα πέρα ώς πέρα.

Αλλά η τελευταία μέρα δεν έχει έρθει ακόμα. Ακόμα και μέσα από τόσα τραύματα εξακολουθεί να υπάρχει σαν πέτρα σκοτεινή μες το νερό. Και θε να πάει στους δρόμους που περπάτησε εκείνη, για να πιει ξανά το δροσερό χαλάζι των ματιών της. Θέλει να της πλύνει τα μαλλιά με αμφίβια μύρα. Θελει να γιατρέψει την αγάπη τους. Το μικρό εκείνο δελφίνι που ξεμακραίνει λαβωμένο στ’ ανοιχτά. Κι όμως αυτός που ήθελε πάντα μέσα της να ζήσει, σφαδάζει τώρα κάτω από έναν ξένο αστερισμό. Είναι ναυαγός στα ίδια του τα ψέμματα. Δεν είναι όμως το ψέμα, αλλά η αλήθεια το μόνο μέρος που μπορεί να κρυφτεί.

Έτσι, παρόλο που γνωρίζει ότι το σώμα του είναι δειλό, ξεκινάει για την απέραντη θλιμμένη Ανταρκτική. Πρέπει να βρει τη Justelene. Πρώτος σταθμός: το μπαρ όπου αυτοκτονούνε οι θαμώνες. Στο ξέχειλο ποτήρι τους είναι όλα εκεί γραμμένα. Καπνοί είναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα. Καπνός κι αφρός το γέλιο τους κι αυτοί να τραγουδούνε: Βάλτε να Πιούμε! Βάλτε να Πιούμε! Όλα μοιάζουνε με όνειρο φτιαγμένο από χιόνι. Αφήνει μοιραία πίσω του αυτόν το μπλε χειμώνα για να συνεχίσει βόρεια. Εκεί συναντάει τη Βάλια που όλο μιλάει για το μοναχικό Λυκόσκυλο που κλαίει τις νύχτες. Η Βάλια επιμένει ότι ο σκύλος δεν είναι άλλος παρά η νεκρή αγάπη που έχει θαφτεί βαθειά στην κόλαση κάτω από έναν σακάτη ουρανό. Εκείνος δεν απορεί. Από μικρός είχε τη συνήθεια να αγαπάει ότι τον έσπρωχνε στο χαμό του. 

Βυθίζεται λοιπόν στην Άβυσσο, αφού μακριά της έτσι κι αλλιώς είναι χαμένος. Ρωτάει παντού για εκείνη. Μαθαίνει νέα της από δαίμονες τρελούς και από αστροναύτες που την είδαν στο φεγγάρι. Και δεν αργεί να τη βρει μέσα σε κάτι καπνίζοντα ερείπια, να κρέμεται από ένα κορμί τσακισμένο. Δίπλα της έστεκε βουβό, το σκυλί της αγάπης. Στο πλάι, σιγόκαιγε η λησμονιά. Κι από πίσω, ο Διάβολος να τον καλεί για ένα τελευταίο ποτό. Δεν αρνήθηκε. Τότε, ο άρχοντας της κολάσεως του ζήτησε να του δώσει πίσω τη μόνη του διέξοδο προς τη λήθη. Εκείνος αρνήθηκε σθεναρά. Μπορεί κάθε τι που ανασαίνει να ζητάει να δωθεί, αλλά την ίδια στιγμή παλεύει σαν φωτιά αναμένη, με κτήνη σαν κι αυτόν. Του είπε επίσης να πει στο Βαρκάρη του, ότι δεν βιάζεται να φύγει. Αλλά δεν του ζήτησε καμία χάρη. Μοναχά να του γνέψει όταν έρθει ο καιρός του.

Κι αφού κέρασε mescal όλα τα πορφυρά ξωτικά που προσπαθούσαν να τον κοιμήσουν γλυκά στη ζεστή αγκάλη του θανάτου, θέρισε τις σκιές στα σιωπηλα και μάζεψε ότι απόμεινε από την ευτυχία, συνέχισε το ταξίδι του, κουβαλώντας στις πλάτες του την αγαπημένη του. Και μετά από μέρες πεζοπορίας έφτασε κάποτε στον αγρό με το μοναχικό σκιάχτρο και τα αμέτρητα στάχυα που άνθιζαν και μαδούσαν στα σιωπηλά.

Αποφάσισε να ξαποστάσει. Η Justelene μόλις που ανάσαινε. Εκείνος τότε της έσφιξε τα χέρια και τη ρώτησε με δάκρυα στα μάτια: Τι θα γίνω αν χαθείς? Κι εκείνη του απάντησε με λόγια που έβγαιναν σαν άγριο μέλι από το ετοιμοθάνατο στόμα της: Μη φοβάσαι μωρό μου, πάνω λάμπουν τ’ αστέρια, εδώ κάτω λάμπουμε εμείς! Αλλά δεν κόβεται στα δύο η ζωή. Είναι ήλιος και βροχή μαζί! Ήρθα εδώ για να υποφέρω, ν’ αγαπήσω και να χαθώ. Μένει πια μόνο ν’ ακούσω τα γλυκά απελπισμένα σου αντίο.

Εκείνος τότε κοντοστάθηκε για λίγο. Ύστερα της ψέλλισε: Κι αν γλύφω το οξύ απ’ τις ρωγμές των χειλιών σου. Κι αν προσπαθώ να σου απαλύνω τον πόνο. Τα χρόνια θα περάσουνε. Θα μ’ αφήσουνε μόνο. Και θα ψάχνω την πνοή μου στον νεκρό εαυτό σου… Κορώνα γράμματα ποντάραμε το θάνατο μας. Την ίδια κλίση πήραμε φλερταροντας γκρεμούς. Και τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα δικό μας, ο έρωτας μας τσάκισε. Μας έκανε αληθινούς… Θα μ’ αγαπάς! Θα μ’ αγαπάς, μα δε θα φτάνει. Άγονη βροχή θα πέφτει πάνω μου το “χάδι” σου. Κι εγώ σαν γέρικο σκυλί μες το λιμάνι, θα πεθαίνω στο πλάι σου… 

Αυτές οι λέξεις ήταν και ο τελευταίος σταθμός της Justelene. Ύστερα, Ο ουρανός έσβησε σαν ίσκιος. Το σκιάχτρο του αγρού άρπαξε ξαφνικά φωτιά και η γόνιμη, άφθαρτη γη νέκρωσε για πάντα… Κι εκείνος, το άψυχο κορμί της αγκαλιάζει. Το χέρι της σφίγγει με το χέρι του. Μα σαν δεν νοιώθει τίποτα ουρλιάζει:

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟ ΤΟ ΤΑΙΡΙ ΜΟΥ

Advertisements

7 Σχόλια

  1. antoine said,

    Νοέμβριος 21, 2009 στις 6:10 πμ

    Που σαι ρε φιλε τι γινεται.Μολις βγηκα απ το στρατο πηρα την πρωτη μου αδεια.Τριημερη.Οσο κι αν προσπαθησεις πως να προλαβεις να ζησεις μεσα σε 3 μερες οτι εχασες 15.Τελος παντων ηθελα να σου πω οτι μ αρεσε παρα πολυ το κειμενο σου απο καλλιτεχνικης αποψεως 😀
    Να θυμηθω τοτε που στο 1ο ετος στις Εσπεριδες -λιγο πριν κλεισουν για παντα- μας αφησαν στο τελος της βραδιας να τραγουδησουμε με μια κιθαρα το ‘Εγινε η απωλεια συνηθεια μας’..
    ΥΓ1. Δεν εχω ακομα μεσα μου σχηματισει διαφανη εικονα για τα διαφανα κρινα.Ακομα μια ομιχλη τα σκεπαζει.
    ΥΓ2. Σ ευχαριστω πολυ για τις ευχες σου στο FB και ανταποδιδω..
    Καλα να περνας εκει που εισαι
    Συνεχισε την καλη δουλεια στο blog!

  2. Duncan said,

    Νοέμβριος 21, 2009 στις 6:33 πμ

    Εσπερίδες… Αυτές είναι μνήμες ρε φίλε…

    Όσο για το στρατό, θέλω να πω τόσα πολλά, που καλύτερα να μη γράψω τίποτα. 😉

    Εξ’ άλλου τα πα και πριν κανα τρίμηνο. εδώ.
    https://palaskostas.wordpress.com/2009/08/16/stratos/

    Πάντως, σε κάποια φάση θέλω να μου μεταφέρεις εμπειρίες. Για καθαρά ακαδημαϊκούς λόγους εννοείται! 😀

  3. Δεκέμβριος 30, 2009 στις 7:33 μμ

    Τρομερή ιστορία man. Κάπως πρέπει να τη διαβάσουν και τα ίδια τα Διάφανα. Καλή χρονιά εύχομαι.

  4. Duncan said,

    Δεκέμβριος 30, 2009 στις 9:05 μμ

    Να σαι καλά Μανόλη… Όσο για τα Κρίνα, κατά ένα παράξενο τρόπο νοιώθω ότι «έγραψαν» την ιστορία παρέα μου, οπότε είναι σαν να την έχουνε διαβάσει ήδη…

    Καλή χρονιά και σε σένα ρε μορφή και μ’ ένα ολοκαίνουριο και χωρίς προβλήματα κινητό! 😉

  5. Δεκέμβριος 31, 2009 στις 6:10 πμ

    χεχεχε! Thanks 😀

  6. Maria said,

    Οκτώβριος 18, 2016 στις 1:16 μμ

    Εξαιρετικό το κείμενο ,εξελίσσεται με εμβρίθεια λέξη τη λέξη ως το τέλος ως να ήσουν συνεργός στους στίχους των Διάφανων Κρίνων και τι καλά ,αν καλά κατάλαβα,συνέθεσες το τελευταίο σου κείμενο. Πολύ θα ήθελα να ξέρω ποιος το υπογράφει γιατί δε φαίνεται κάπου..Να είσαι πάντα καλά και με τη γραφή σου να μαρτυράς σιωπές που ηχούν δυνατά στην καρδιά μας.

  7. Duncan said,

    Οκτώβριος 18, 2016 στις 1:26 μμ

    Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια Μαρία! Και για να σου λύσω την απορία, όλα τα κείμενα εδώ είναι δικά μου. Καποια παλιά, κάποια σχετικά πιο πρόσφατα.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: