Αγάπη ως το τέλος (Part 22 – Final Part)


rejection

(προηγούμενο)

Ο Παύλος είχε την τρομακτική βεβαιότητα, ότι το άτομο που βρισκότανε απέναντι του, δεν ήταν παρά ο ίδιος του ο εαυτός. Αλλά το παράξενο δεν ήταν ότι δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για αυτην την αλλόκοτη εξήγηση, όσο το ότι οι λυγμοί του μεγαλόσωμου άντρα που ολοένα και πύκνωναν, άρχισαν να χάνουν την αντρική τους χροιά και να μετατρέπονται σε γυναικείους σπαραγμούς…

Αριστέα???

————

Δίπλα στο δωμάτιο της εντατικής μονάδας του κρατικού νοσοκομείου της Αθήνας, όπου ο Παύλος νοσηλευόταν σε κομματώδη κατάσταση, η Αριστέα δεν άντεξε και ξέσπασε σε αναφιλητά. Απαρηγόρητη και μόνη, αρνιόταν κατηγορηματικά να απαντήσει στις απεγνωσμένες κλήσεις των γονιών του Παύλου, που μόλις είχαν ειδοποιηθεί. Ήταν τουλάχιστον δύο ώρες μακριά. Στη σκέψη τους και μόνο, οι ήδη απεριόριστες τύψεις που την είχαν κυριεύσει, πολλαπλασιάζονταν. Από το προηγούμενο βράδι – όταν και αντίκρυσε το απερίγραπτα φρικτό θέαμα έξω από το σπίτι του Παύλου – η Αριστέα βρισκόταν σε τρομακτική σύγχυση. Και να σκεφτεί κανείς, ότι αυτή η απροσδόκητη επίσκεψη της, στόχευε στο να λειτουργήσει καταπραϋντικά και να δώσει κάποια αίσθηση υγιούς ολοκλήρωσης. Ειρωνεία! Η Αριστέα μονολογούσε ασταμάτητα: «Αν είχα φτάσει πιο νωρίς…», σκεφτότανε συνεχώς. «Μα πάλι πώς μπορούσα να γνωρίζω?», συνέχιζε. «Δεν έχει σημασία! Έπρεπε να το περιμένω και να φτάσω πιο νωρίς!», κατέληγε και επαναλάμβανε από την αρχή αυτή τη θλιβερή εσωτερική στιχομυθία. Δεν ήθελε με τίποτα να συγχωρέσει τον εαυτό της. Ήταν ακόμα πολύ νωρίς…

«Ο τραυματισμός από το πέσιμο ήταν πολύ σοβαρός» είχε πει ο γιατρός… Όλα του τα ζωτικά όργανα είχαν πειράχθεί. Ακόμα κι αν καταφέρνανε να τον σώσουνε υπήρχε πολύ μεγάλη πιθανότητα να παραμείνει ‘φυτό’. Ειδικά αυτές οι τελευταίες σκέψεις, είχαν κατακλύσει το μυαλό της νεαρής έφηβης, που δεν μπορούσε πια να σταματήσει το βουβό σπαρακτικό της κλάμα. Η εικόνα ήταν τραγική. Γιατροί να πηγαινοέρχονται μέσα στο θάλαμο της εντατικής σαν παλαβοί. Φορεία να περνάνε απέξω τρέχοντας. Το κινητό της Αριστέας να χτυπάει αδιάκοπα από τις δικαιολογημένες κλήσεις των γονιών που προσπαθούσανε να μάθουνε νεότερα για το γιο τους. Η Αριστέα να μην έχει τη δύναμη να απαντήσει…

Κάποια στιγμή, η νεαρή κοπέλα σήκωσε το κεφάλι της για να σκουπίσει το υγρό πρόσωπό της, όταν αισθάνθηκε μία παράξενη ηρεμία να την κατακλύζει. Όλα γύρω της πάγωσαν. Το κινητό σταμάτησε να χτυπάει. Τα φορεία έπαψαν να πηγαινοέρχονται στους διαδρόμους. Οι χειρούργοι διέκοψαν τις προσπάθεις τους για να πάρουν μία ανάσα. Ύστερα μία δεύτερη… Ύστερα μία τρίτη… Κι έπειτα, ένας ένας, άρχισαν να εγκαταλείπουν αμίλητοι το χειρουργικό δωμάτιο. Κι η Αριστέα σταμάτησε να κλαίει. Δεν ήξερε γιατί. Απλώς σταμάτησε… Για εκείνη και μόνο τη μαγική στιγμή, κυριαρχούσε αποκλειστικά ή γαλήνη. Ήταν η στιγμή μετά από τη δυνατή έκρηξη και πριν από τη μεγάλη καταιγίδα. Η στιγμή που η Ύπαρξη αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην αρχή και το τέλος της, φλερτάροντας με την απόλυτη ισορροπία. Τότε που η πλάση αποτείνει φόρο τιμής και ταυτόχρονα υποκλίνεται στο ίδιο της το μεγαλείο. Η στιγμή του θανάτου ενός αγαπημένου…

(Τέλος)

Αρχή

time-alone

Advertisements

Αγάπη ως το τέλος (Part 21)

the_end_by_madsky

(προηγούμενο)

Η τελευταία αυτή σκέψη τον αποσυντόνισε. Αυτόματα, δεκάδες ερωτήματα κατέκλυσαν το μυαλό του. Σε ποιον πραγματικά ήθελε να πει αντίο? Ποιος ήταν τελικά αυτός ο Παύλος που κρατούσε με μανία ένα πιστόλι στο χέρι? Τι κρυβότανε πίσω από αυτά τα έξι γράμματα με τα οποία τον «ηξερε» (?) όλος ο υπόλοιπος κόσμος? Και κυρίως: Ποιος ή τι θα ήταν αυτό που θα δραπέτευε από αυτό τον κόσμο όταν πατούσε τη σκανδάλη? Όσο όμως και να προσπαθούσε να δώσει απαντήσεις, δεν κατάφερνε ούτε καν να προσεγγίσει τα παραπάνω ερωτήματα…

Το αίμα του πάγωσε, τα μάτια του θόλωσαν, το σώμα του βάρυνε και τα χέρια του παρέλυσαν. Το περίστροφο έπεσε ακυβέρνητο από τα χέρια του…

Τι μου συμβαίνει? Ποιος… Ποιος είμαι? είπε σχηματίζοντας με δύσκολία τις προηγούμενες λέξεις, οι οποίες ακούστηκαν σαν ασυνάρτητα λόγια ετοιμοθάνατου.

Ο Άρης στο άκουσμα και μόνο της παραπάνω φράσης, χαμογέλασε… Δεν είπε όμως τίποτε… Τότε ο Παύλος άρχισε να παραμιλάει….

Δεν μπορεί να έχει να κάνει με την Αριστέα όλο αυτό. Απλά δε μπορεί… Πώς γίνεται να ευθύνεται η Αριστέα, αν εγώ δεν μπορώ να απαντήσω στο ποιος είμαι πραγματικά?

Ακόμα περισσότερο, δεν μπορεί να ευθύνεται κάποιος άλλος για το ότι δεν αντέχεις το γεγονός ότι δεν μπορείς να δώσεις απαντήσεις, πρόσθεσε ο Άρης.

Όχι όχι! Δεν καταλαβαίνεις. Δεν έχουν σημασία όλα αυτά. Δεν έχει σημασία η Αριστέα η κανένας άλλος, σημασία έχει να κατανοήσω ποιος είμαι τελ…

Η φράση του διακόπηκε απότομα και κοίταξε τον Άρη που τον κοιτούσε πίσω γαλήνιος και χαμογελαστός.

Σημασία έχουν οι ερωτήσεις έτσι…? ρώτησε ρητορικά ο Παύλος τον Άρη, συνειδητοποιώντας τι είχε συμβεί, και τι εννοούσε ο Άρης όταν μιλούσε για τη λήθη. Ο Παύλος είχε χάσει τον εαυτό του και τώρα αγωνιούσε να τον ξαναβρεί. Είχε πλέον ως στόχο την ίδια του τη ζωή…

Ο Άρης αντέδρασε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι, χωρίς να προσθέσει τίποτα. Ήξερε ότι δεν χρειαζότανε πει κάτι άλλο.

Όποιος και να ‘σαι φίλε, σ’ ευχαριστώ! Όχι επειδή μου έσωσες τη ζωή, αλλά επειδή μου την έδειξες.

Εγω δεν σου έδειξα τίποτα. Όλα μόνος σου τα βρήκες, απάντησε αυτόματα και πολύ σοβαρά ο Άρης.

Μα πώς? Εσύ με καθοδήγησες βήμα προς βήμα ώστε να καταλήξω εδώ που είμαι τώρα. Έδειχνες να με γνωρίζεις από παλιά. Ήξερες πράγματα για μένα που μόνο εγώ θα μπορούσα να ξέρω. Η συζήτηση μαζί σου ήταν τόσο ουσιαστική που έμοιαζε λες και ήταν εσωτερικός μονόλογ…

ο Παύλος διέκοψε την φράση του απότομα και κοίταξε τρομαγμένος τον Άρη.

Δεν μπορεί… Πα… Παύλο? τόλμησε να ψελλίσει ο Παύλος προς τη φιγούρα που ήτανε τόση ώρα απέναντι του, χωρίς όμως να είναι σίγουρος αν ήθελε πραγματικά να λάβει κάποια απάντηση…

Γιατί μου το ‘κανες αυτό? Του αποκρίθηκε η φιγούρα απέναντι του που τώρα άρχισε να δακρύζει…

Ο Παύλος είχε την τρομακτική βεβαιότητα, ότι το άτομο που βρισκότανε απέναντι του, δεν ήταν παρά ο ίδιος του ο εαυτός. Αλλά το παράξενο δεν ήταν ότι δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για αυτην την αλλόκοτη εξήγηση, όσο το ότι οι λυγμοί του μεγαλόσωμου άντρα που ολοένα και πύκνωναν, άρχισαν να χάνουν την αντρική τους χροιά και να μετατρέπονται σε γυναικείους σπαραγμούς…

Αριστέα???

(συνεχίζεται…)

Αγάπη ως το τέλος (Part 20)


decisiveness

(προηγούμενο)

Δηλαδή τι θες να μας πεις? Ότι είσαι κάτι σαν φύλακας Άγγελος μου?, ρώτησε χαζογελώντας και με υψηλή δόση ειρωνίας ο Παύλος…

Όχι. Απάντησε μονολεκτικά ο Άρης.

Τότε τι είσαι?

Δεν έχουν τόσο σημασία οι απαντήσεις όσο οι ερωτήσεις. Οι λάθος ερωτήσεις, οδηγούν με βεβαιότητα σε μη ικανοποιητικές απαντήσεις.

Εεεεε?

Δεν σε ενδιαφέρει η απάντηση μου. Έχεις ήδη δώσει μία ικανοποιητική απάντηση για το ποιος είμαι στον εαυτό σου, και απλώς ψάχνεις για αυτοεπιβεβαίωση. Δεν μου δίνεις ουσιαστική θέση στην συζήτηση…

Ο Άρης είχε δίκιο. Όποιος και να ήτανε είχε δίκιο! Ο Παύλος δεν έψαχνε την αλήθεια, αλλά μία καθησυχαστική απάντηση. Μία απάντηση που θα κατανοούσε και δεν θα του προκαλούσε φόβο.

Γιατί έκανες τον κόπο να έρθεις ως εδώ, μπορείς να μου πεις? Και γιατί με βασανίζεις με αυτά τα παιχνίδια της λογικής? Δεν είναι πιο απλό να με αφήσεις απλά να βάλω ένα τέλος στη μίζερη ζωή μου? είπε σχεδόν ψελλίζοντας ο Παύλος…

Θέλεις πραγματικά να βάλεις τέλος στη ζωή σου? τον προκάλεσε ο Άρης.

Εσύ τι λες? Σε πόσα παράθυρα θα πρέπει να σκαρφαλώσω για να πειστείς? Πόσο πιο σαφής θα πρέπει να γίνω? είπε με νοθευμένη αποφασιστικότητα ο Παύλος.

Ο Άρης δεν είπε άλλη κουβέντα… Με σταθερές κινήσεις, άφησε το ποτό του στο τραπέζι και σηκώθηκε από την καρέκλα. Μετά, με απόλυτη – ως συνήθως – ψυχραιμία, έβγαλε από την τσέπη του ένα περίστροφο. Το ίδιο περίστροφο, με το οποίο σημάδευε τον κρόταφο του, μερικά λεπτά πριν…

Ορίστε! είπε στον Παύλο προτάσσοντας του το περίστροφο. Έχεις δίκιο! Η επιλογή είναι μόνο δική σου…

Ο απορημένος Παύλος άρπαξε χωρίς δεύτερη σκέψη το περίστροφο και το έστρεψε σε απόσταση βολής από το αριστερό του εγκεφαλικό ημισφαίριο. Με βουρκωμένα μάτια, όπλισε το πιστόλι και έσφιξε τα δόντια του. Στη συνέχεια, έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του και πήρε βαθειά αναπνοή. Προσπάθησε να τα ξανανοίξει και να δώσει ένα ηρωικό τέλος σε όλα. Δεν μπορούσε όμως να το κάνει με καμία δύναμη. Και το ήθελε πολύ! Ο Παύλος ήθελε όσο τίποτα να ανοίξει τα μάτια του! Έπρεπε να ανοίξει τα μάτια του… Ήθελε να συνδέσει τις αισθήσεις του με την πραγματικότητα, για στερνή φορά. Ήθελε να νιώσει για τελευταία φορά τον εαυτό του. Να του πει αντίο για τελευταία φορά… Να τον αισθανθεί για τελευταία φορα… Να του «μιλήσει» για τελευταία φορά… Να κάνει μία τελική αποτίμηση…

(συνεχίζεται…)

Αγάπη ως το τέλος (Part 19)

oblivion1

(προηγούμενο)

Και τι ξέρεις εσύ από βάρος? Ποιος νομίζεις ότι είσαι δηλαδή? Ο Θεός? Και για να χουμε καλό ερώτημα, τι δουλειά έχεις εδώ να μου κάνεις κήρυγμα? Και συ δεν έκανες απόπειρα πριν λίγο? Εκεί ήμουν και σε είδα! Πώς μπορείς λοιπόν να μου το παίζεις έξυπνος και να μου αραδιάζεις όλες αυτές τις αμπελοφιλοσοφίες περί θάρρους, βάρους και δε ξέρω και γω τι άλλους κουκουνάρους? Ο Παύλος είχε αναψοκοκκινίσει και ήταν έτοιμος να κατασπαράξει τον Άρη. Έναν Άρη που καθότανε και παρακολουθούσε τον αυθάδη μονόλογο του, χωρίς να κουνήσει ούτε βλέφαρο…

Καμία άλλη ερώτηση? Απάντησε με τη συνήθη ψυχραιμία του.

Τι θέλεις ρε φίλε από μένα? Απάντα μου γαμώ το κέρατο μου! Γιατί με βασανίζεις με ακαθόριστους υπαινιγμούς? Είπε, και τα δάκρυα επέστρεψαν μετά από ώρα στα μάτια του. Αυτή τη φορά όμως ήταν δάκρυα θυμού.

Καμία άλλη ερώτηση? Επανέλαβε ψύχραιμα ο Αρης.

Όχι, αναστέναξε τ’ αγόρι…

Ωραία! είπε και έκανε μία μικρή πάυση. Μία παύση που δημιούργησε μία παράξενη σιωπή μέσα στο δωμάτιο. Όπως ακριβώς σιγεί η φύση πριν από κάθε μεγάλη καταιγίδα… Ξέρω πολύ περισσότερα απ’ ότι μπορείς να φανταστείς. Έχω πολύ καλή μνήμη. Αυτή είναι η ευχή και η κατάρα μου. Υπάρχει ένα λυτρώτικο δώρο που δίνεται σε όλα τα ανθρώπινα όντα την στιγμή που επισκέφτονται αυτόν τον κόσμο. Το δώρο αυτό ονομάζεται λήθη. Ένα δώρο, που σας βοηθάει να αντέξετε το βάρος της ίδιας σας της ύπαρξης. Παρ’ όλα αυτά, το οξύμωρο είναι ότι σύσσωμη η ανθρωπότητα παλεύει να επικρατήσει της λήθης με κάθε δυνατό τρόπο: μάθηση, γνώση, πίστη και με ότι άλλο μέσο μπορεί να σκαρφιστεί. Υπάρχει μάλιστα και όρος για αυτή την προσπάθεια. Ονομάζεται “Ζωή”. Και παύει να υφίσταται με το που επικρατήσει η μία η άλλη πλευρά. Γιατί, απόλυτη λήθη συνεπάγεται απώλεια συνείδησης της ίδιας σας της ύπαρξης και επομένως θάνατο. Το ίδιο και η απόλυτη γνώση. Όταν δεν έχεις κανένα ερώτημα αναπάντητο δεν έχεις κίνητρο. Και χωρίς κίνητρο δεν προσπαθείς. Και χωρίς προσπάθεια δεν υπάρχει ζωή… Γι’ αυτό η λήθη είναι μεγάλο δώρο… Αποτελεί το έναυσμα της ζωής. Χωρίς αυτό δεν υπάρχετε…

Γιατί απευθύνεσαι στην ανθρωπότητα στο β’ πληθυντικό? Διέκοψε απορημένος ο Παύλος, που ήδη παρακολουθούσε με το ζόρι τον συλλογισμό του Άρη…

Εγώ από την άλλη, δεν γνώρισα ποτέ μου τη λήθη. Τουλάχιστον όχι από μέσα!, συνέχισε μη δίνοντας σημασία στην τελευταία ερώτηση του Παύλου. Η φύση έχει μηχανισμούς ‘απορρόφησης’ των όσων συμβαίνουν πάνω σ’ αυτή. Κάθε συμβάν, από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, αποθηκεύεται στο σκληρό δίσκο της αιωνιότητας. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι ξεχνούν, δεν συνεπάγεται ότι το ίδιο παθαίνει και η φύση. Σημαίνει όμως, ότι κάποιος πρέπει να θυμάται αυτά που διαφεύγουν από εσάς. Κάποιος πρέπει να διαφυλάττει, όλα εκείνα τα οποία αποδιώχνετε καθημερινά, επειδή φοβάστε, σας πονούν, δεν τα καταλαβαίνετε, ή απλώς δεν μπορείτε να συγκρατήσετε. Και εδώ εμφανίζομαι εγώ. Αυτός είναι ο ρόλος μου…

Ο Παύλος είχε μείνει άναυδος. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε το τεράστιο πάκο με τα χαρτιά που υπήρχαν μέσα στο γραφείο του. Είχανε άραγε κάποια σχέση με όλη αυτή την παράξενη ιστορία? Ήταν δυνατόν? Ήταν δυνατόν να καταγράφει ανθρώπινες σκέψεις και πράξεις? «Ξύπνα Παύλο», άκουσε ξαφνικά μία φωνή μέσα στο κεφάλι του… «Δε μπορεί να πιστεύεις όλες αυτές τις ανοησίες! Ο Άρης δεν είναι παρά ένας ακόμη αντικοινωνικός ψυχάκιας που έχει διαβάσει δέκα βιβλία παραπάνω και νομίζει ότι μπορεί να απαντήσει στο αιώνιο ερώτημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ναι αυτό είναι! Πώς δεν το σκέφτηκα νωρίτερα?» Έτσι, ο Παύλος άρχισε να γελάει τεχνητά, μέσα στην μεγάλη ταραχή του… Για μία ακόμα φορά, η εικόνα έμοιαζε τραγελαφική. Με τα δάκρυα ακόμα ζεστά στα μάτια του και το πρόσωπο του αναψοκοκκινισμένο από την ένταση, ο Παύλος έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από κάποιο lowbudget ψυχολογικό θρίλερ.

(συνεχίζεται…)

Αγάπη ως το τέλος (Part 18)

71079841

(προηγούμενο)

–  Ορίστε και το ουίσκι. Tον πάγο τον έφερα ξεχωριστά για να βάλεις όσ…

Δεν θέλω πάγο, ευχαριστώ!, τον διέκοψε με την γνωστή σταθερότητα φωνής ο Άρης, ο οποίος βιάστηκε να προμηθεύσει τον οισοφάγο του με μία γενναιόδωρη γουλιά από το δυνατό ποτό…

Όπως νομίζεις!, απάντησε με επίσης αρκετή σταθερότητα ο Παύλος, ο οποίος είχε αρχίσει να πείθει τον εαυτό του να μην εκπλήσσεται από κάθε νέα παράξενη συμπεριφορά που ανακάλυπτε στον Άρη. Στο κάτω κάτω της γραφής, δεν ήταν και ο μόνος στον κόσμο που έπινε σκέτο ουίσκι. Ούτε και ο μόνος αλκοολικός – αν φυσικά ήταν τέτοιος. Πάντως, όλα αυτά του έδωσαν μια ιδέα. Έτσι, έσπευσε να ρωτήσει όσο πιο φυσικά μπορούσε…

Απ’ ότι βλέπω το απολαμβάνεις! Το ποτό σου αρέσει κυρίως για την γεύση ή για τις “παρενέργειες”?

Ρώτα με αυτό που πραγματικά θέλεις να ρωτήσεις και άσε τις γελοίες πλάγιες προσεγγίσεις., απάντησε με στόμφο και κάποιο ίχνος αυστηρότητας εκείνος.

Τι εννοείς?, ρώτησε ο Παύλος, ελαφρά σαστισμένος, περισσότερο από την ευθύτητα του Άρη, παρά από το γεγονός ότι τον είχε ξεμπροστιάσει…

Αν μου άρεσε μόνο για την γεύση θα ζήταγα σίγουρα κάτι πιο ελαφρύ και δεύτερον, αν ενδιαφερόμουν μόνο για το οινόπνευμα δεν νομίζω να είχα κάνει όλη αυτή τη νύξη περί ‘bourbon’. Λοιπόν τι ήθελες πραγματικά να με ρωτήσεις?, ανταπέδωσε την ερώτηση με ερώτηση, της οποίας όμως έμοιαζε να γνωρίζει από πριν την απάντηση…

Εντάξει. Όπως νομίζεις! Όλοι ξέρουμε ότι το σκέτο ουίσκι βαράει στο κεφάλι! Ειδικά αν δεν είσαι συνηθισμένος. Γεγονός που σημαίνει ότι το ποτό σου αρέσει κάπως παραπάνω από το συνηθισμένο… Κάνω λάθος?, είπε με μία μικρή δόση ειρωνείας ο Παύλος.

Με ρωτάς αν είμαι αλκοολικός?, χαμογέλασε ο Άρης.

Βασικά, περισσότερο σε ρωτάω γιατί σου αρέσει να πίνεις…

Ο Baudelaire έλεγε: “Μεθύστε για να μπορέσετε να αντέχετε το φρικτό και αβάσταχτο φορτίο του χρόνου. Μεθύστε με ότι βρείτε: με κρασί, με ποίηση ή με αρετή…”. Μάλλον, έχω ξεμείνει από τα δύο τελευταία!, είπε με έντονη αυτοσαρκαστική διάθεση, καθώς και με μία υποψία απογοήτευσης, ο Άρης.

Πολύ βολικό αυτό. Μου ακούγεται περισσότερο σαν υποκριτική δικαιολογία με διανοουμενίστικο περίβλημα, είπε με απόλυτο αυθορμιτισμό ο Παύλος, προκαλώντας ένα βαθύ και στομφώδες μειδίαμα στον Άρη, που παρέμεινε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα…

Έχεις το θάρρος της γνώμης σου μικρέ, είπε μετά από λίγο. Αυτό θα πρέπει να στο αναγνωρίσω. Βέβαια, άλλο το θάρρος της κι άλλο βάρος της…

Τάδε έφη Αριστοτέλης! Το ‘σταξε πάλι! Το πώς κατάφερνε αυτός ο άνθρωπος να σου τη λέει με κάθε ευκαιρία ήτανε από τη μία εντυπωσιακό, αλλά από την άλλη είχε αρχίσει να του τη δίνει στα νεύρα. Το ποτήρι είχε αρχίσει να ξεχειλίζει. Άλλωστε, δεν ήταν παρά πριν από λίγα λεπτά που ο Παύλος είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει. Αυτό σήμαινε ότι δεν είχε τίποτε απολύτως να χάσει… Και δεν υπάρχει τίποτα πιο επιθετικό και πιο επικίνδυνο από αυτόν που δεν έχει τίποτε να χάσει. Ο Παύλος τα πήρε κυριολεκτικά στο κρανίο και ξέσπασε…

Και τι ξέρεις εσύ από βάρος? Ποιος νομίζεις ότι είσαι δηλαδή? Ο Θεός? Και για να χουμε καλό ερώτημα, τι δουλειά έχεις εσυ εδώ να μου κάνεις κήρυγμα? Και συ δεν έκανες απόπειρα πριν λίγο? Εκεί ήμουν και σε είδα! Πώς μπορείς λοιπόν να μου το παίζεις έξυπνος και να μου αραδιάζεις όλες αυτές τις αμπελοφιλοσοφίες περί θάρρους, βάρους και δε ξέρω και γω τι άλλους κουκουνάρους? Ο Παύλος είχε αναψοκοκκινίσει και ήταν σχεδόν έτοιμος να κατασπαράξει τον Άρη. Έναν Άρη που καθότανε και παρακολουθούσε τον αυθάδη μονόλογο του, χωρίς να κουνήσει ούτε βλέφαρο…

(συνεχίζεται…)

Αγάπη ως το τέλος (Part 17)

secret

(προηγούμενο)

Ο Παύλος μετά από αυτή την έντονη στιχομυθία, έμεινε και πάλι σιωπηλός προσπαθώντας να ταξινομήσει τις σκέψεις στο κεφάλι του. Άν και όλα όσα είχαν μόλις ειπωθεί από τον παράξενο συνομιλητή του έδειχναν απίστευτα ακλόνητα και λογικά, εντούτοις είχε μια έντονη πεποίθηση ότι κάπου ο Άρης τον είχε εξαπατήσει. Αισθανόταν ότι είχε ηττηθεί περισσότερο από την προσωπικότητα του «Συγγραφέα», παρά από αυτά καθ’ εαυτά τα επιχειρήματα του. Ο τελευταίος, είχε τέτοια αφοπλιστική σταθερότητα στον τόνο της φωνής του, που θα ‘λεγε κανείς ότι έκανε επίκληση σε κάποια παγκοσμίως αποδεδειγμένη αυθεντία, της οποίας τον λόγο κανείς δεν μπορούσε – ή τολμούσε – να θέσει υπό αμφισβήτηση. Το οξύμωρο όμως ήταν πως έμοιαζε να έχει οικειοποιηθεί τις σκέψεις και τους λόγους των πιθανών πηγών του σε τέτοιο βαθμό, που πλέον κάθε πρόταση έμοιαζε να είναι δική του προσωπική σύλληψη. Κάτι σαν να κάνει επίκληση στον ίδιο του τον εαυτό…

Έχεις κανένα bourbon, ρώτησε εντελώς αναπάντεχα ο Άρης, σπάζοντας ένα ακόμη μικρό κενό σιωπής.

Τι να ‘χω?, ξαφνιάστηκε (για πολλοστή φορά) ο Παύλος.

Ουίσκι. Δεν με ρώτησες προηγουμένως αν θέλω να πιω κάτι? Ε, νομίζω πως τώρα είναι η κατάλληλη ώρα.

A! Πες το έτσι. Νομίζω πως έχουμε. Καλά σε ποια γλώσσα αποκαλούν το ουίσκι “bourbon”?, ρώτησε καθώς σηκώθηκε και ήταν έτοιμος να κατευθυνθεί προς τη μικρή κάβα του σαλονιού για να ψάξει.

Σε καμία!, απάντησε με στόμφο ο Άρης και η δεξιά πλευρά του προσώπου του συσπάστηκε, από ένα τεχνητό μισο-χαμόγελο. Είναι απλά μία από τις κατηγορίες στις οποίες χωρίζονται τα ουίσκι. Η ιδιαίτερη κατασκευή τους, τους δίνει μια υφή πιο γλυκιά και πιο λεία από τα συνηθισμένα Scotch Whiskeys που με τη σειρά τους έχουν κάπως πιο στυφή και οξεία γεύση. Όλα αυτά όμως είναι απλώς θέμα γούστου, δεν νομίζεις?

Ναι, μάλλον…, απάντησε κάπως αδιάφορα το αγόρι.

Τότε του πέρασε για πρώτη φορά από το μυαλό, ότι ίσως ο Άρης έκρυβε κάποια βαθύτερη ανασφάλεια που μόλις είχε αφήσει να βγει στην επιφάνεια. Αλλιώς γιατί να μπει στον κόπο να κάνει αυτήν την τελείως άσκοπη επίδειξη γνώσεων? Η σκέψη αυτή τον ηρέμησε κάπως. Ίσως τελικά αυτή η φαινομενική αυθεντία να επιτίθεται συνεχώς, ακριβώς επειδή φοβάται τις επιθέσεις των άλλων. Συν τοις άλλοις, εκείνο το σαρδόνιο χαμόγελο που κατέκλυζε το πρόσωπό του, έμοιαζε εντελώς κατασκευασμένο και ψεύτικο. Όσο για τη δική του απόπειρα αυτοκτονίας, αυτό ήταν ένα άλλο μεγάλο θέμα το οποίο δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το μυαλό του Παύλου. Τι σκοτεινό μυστικό έκρυβε μέσα στα σπλάχνα του αυτός ο Άρης? Τι ασήκωτο βάρος κουβαλούσε που μόνο ο θάνατος θα μπορούσε να σηκώσει? Ο Παύλος πέθαινε να μάθει. Ταυτόχρονα όμως έμοιαζε να τρέμει και την απάντηση…

Με αυτές τις σκέψεις να περιτριγυρίζουν συνεχώς το μυαλό του, ο Παύλος σηκώθηκε τελικά να βάλει το ουίσκι στον αυτοπρόσκλητο καλεσμένο του. Παράλληλα, ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις του και να προσπαθήσει επιτέλους να αφομοιώσει την κατάσταση. Δεν είχαν περάσει ούτε 10 λεπτά από την απόπειρα του και παρ’ όλα αυτά ήταν το τελευταίο πράγμα που σκεφτότανε εκείνη την στιγμή! Ο μυστηριώδης γείτονας του, του είχε κεντρίσει σε τόσο μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον, που όλες οι άλλες σκέψεις τοποθετούνταν αυτόματα σε δεύτερη μοίρα. Άλλωστε, μυστικοπαθής ή όχι, φαινόταν να γνωρίζει αρκετά. Ίσως λοιπόν να μπορούσε να του δώσει κάποιες απαντήσεις σε όλα εκείνα τα μεγάλα ερωτήματα που απασχολούσαν εδώ και καιρό το ανήσυχο πνεύμα του. Πρώτα όμως, έπρεπε να μάθει περισσότερα για το ποιος ήταν αυτός ο τύπος. Κι αν έκρινε από την μέχρι τώρα εσωστρεφή και αντικοινωνική συμπεριφορά του, ο Παύλος θα είχε δύσκολο έργο μπροστά του. Πολύ δύσκολο έργο…

(συνεχίζεται…)

Αγάπη ως το τέλος (Part 16)

domination

(προηγούμενο)

«Όχι, δεν θα υποκύψω!» σκέφτηκε. «Όχι, πριν πολεμήσω πρώτα» συνέχισε να λέει από μέσα του, όταν αποσυντονίστηκε κάπως, από το μαγευτικό πιάνο του κομματιού. Μόνο το πιάνο. Τίποτε άλλο. Ούτε φωνή, ούτε άλλα όργανα. Μόνο το πιάνο… Αλλά τι πιάνo! «Η μινιμαλιστική όψη της τελειότητας» παραδέχθηκε και ένοιωσε να χαλαρώνει από την έκρηξη που προηγήθηκε. Για λίγο, σαν σύχρονο θύμα των Σειρήνων, έμεινε αμίλητος και γοητευμένος από την μαγευτική μουσική.

Γιατί η απάντηση που έδωσα για το σταυροδρόμι, έπρεπε να είναι διαφορετική?, έσπασε τη σιγή τους τελικά ο Παύλος.

Δεν είπα ότι έπρεπε να είναι διαφορετική, απλά είπα ότι δεν είναι αναμενόμενη από κάποιον που διαβάζει Πλάτωνα.

Και τι σημαίνει αυτό?, απόρησε.

Ο Πλάτωνας, όπως και οι άλλοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι – όπως άλλωστε θα γνωρίζεις καλά – έψαχναν τις αιτίες των πραγμάτων. Τους λόγους για τους οποίους κάθε τι συμβαίνει γύρω τους, αν προτιμάς…

Σωστά. Και?, έσπευσε να συμφωνήσει μαζί του και τώρα παρακολουθούσε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον τον συλλογισμό του.

Γι’ αυτούς η «τύχη» τις περισσότερες φορές, ήταν απλά μια καλή δικαιολογία. Τίποτε περισσότερο ή λιγότερο.

Ο Παύλος με την ώρα γοητευόταν από την συζήτηση όλο και περισσότερο. Αυτό δεν μπορούσε αλλά ούτε και τον ενδιέφερε να το να το κρύψει.

Δηλαδή υπονοείς ότι αν κάποιος από αυτούς ήταν στο σταυροδρόμι δεν θα επέλεγε έναν δρόμο στην τύχη?, είπε πονηρά με κεκαλυμμένη ένταση στη φωνή του, όπως το γεράκι που πετάει χαμηλά, καιροφυλακτώντας για κάποιο ανυποψίαστο περαστικό φίδι – κύριο υποψήφιο για το μεσημεριανό του γεύμα.

Ακριβώς!, είπε με κάποιο συγκρατημένο ενθουσιασμό ο Άρης.

Για μισό λεπτό! Όμως στο συγκεκριμένο παράδειγμα, μου είπες ότι ο ταξιδιώτης δεν ξέρει ποιον δρόμο να διαλέξει. Έτσι δεν είναι?, το γεράκι είχε επιτεθεί…

Φυσικά! Αλλά γιατί αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να διαλέξει τυχαία τον δρόμο που θα πάρει?, το φίδι όμως το είχε πάρει χαμπάρι και πρόλαβε να κρυφτεί…

Γιατί πολύ απλά, από την στιγμή που δεν γνωρίζει τίποτα για το σταυροδρόμι και δεν έχει κανένα στοιχείο στη διάθεση του, δεν απομένει παρά να επιλέξει τυχαία τον προορισμό του, το γεράκι έκανε μια δεύτερη, απελπισμένη, προσπάθεια…

Είπα ότι δεν διαθέτει καμία πληροφορία σχετικά με πιο δρόμο να διαλέξει. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να βρει κιόλας!, αυτή τη φορά τα φίδι ήταν καλά κρυμμένο κάτω από έναν βράχο, με αποτέλεσμα το γεράκι να χτυπήσει ελαφρά το ράμφος του…

Κάτσε περίμενε! Τι θες να πεις? Ότι ο ταξιδιώτης έχει στη διάθεση του εργαλεία, όπως π.χ. χάρτη, πυξίδα κτλ., που θα του έδιναν την δυνατότητα να αποκτήσει στοιχεία για τους υποψήφιους προορισμούς του? Αυτό είναι άδικο! Έπρεπε να μου το πεις από την αρχή… το γεράκι αν και ματωμένο δεν έδειχνε να το βάζει κάτω…

Όχι, δεν θέλω να πω τίποτα τέτοιο. Παρόλα αυτά, εσύ ούτε καν με ρώτησες για τις δυνατότητες και τα μέσα που έχει στη διάθεση του ο ταξιδιώτης! Απλά σκέφτηκες κατ’ ευθείαν την εύκολη λύση. Αντιθέτως, αυτό που υπονόησα είναι ότι αξίζει τον κόπο να ψάξει για ενδείξεις, πριν πάρει οποιαδήποτε απόφαση, το φίδι δεν το κουνούσε από την ασφαλή κρυψώνα του…

Δηλαδή μου λες, ότι αν ένας πραγματικός φιλόσοφος βρισκόταν ποτέ σ’αυτό το σταυροδρόμι, δεν θα ξεκινούσε ποτέ το ταξίδι του, αν δεν έβρισκε πρώτα κάποια ένδειξη ανάμεσα στα στοιχεία και στα εργαλεία που είχε στη διάθεση του?, το γεράκι είχε πλέον εγκαταλείψει τις προσπάθειες να πιάσει το φίδι…

Όχι ακριβώς… Αυτό που θα έκανε, θα ήταν να δοκιμάσει να βρει κάποια ένδειξη ως προς τον ποιο δρόμο να ακολουθήσει. Στη συνέχεια, στην περίπτωση – και μόνο στην περίπτωση – που αποτύγχαναν όλες οι προσπάθειες του, θα μπορούσε πλέον να αφήσει τα πράγματα στην τύχη τους, έχοντας ήσυχη την συνείδηση του ότι είχε δοκιμάσει ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό, για να βρει το «σωστό» μονοπάτι!, το φίδι ανενόχλητο πια, μπορούσε να συνεχίσει ήσυχο, τη βόλτα του…

(συνεχίζεται…)

Αγάπη ως το τέλος (Part 15)

dali

(προηγούμενο)

Ο Παύλος τα είχε τελείως χαμένα! Ο Άρης τον έπιασε εξ’ απήνης. Δεν ήταν τυχαίος συνομιλητής. Δεν έχασε χρόνο ούτε σε περισπασμούς, ούτε σε τακτ, ούτε σε τίποτα. Κατ’ ευθείαν στην ταμπακιέρα. Εκεί ακριβώς που βρισκόταν η ρίζα του προβλήματος. Θα ΄λεγε κανείς ότι χτύπησε φλέβα. Η μάλλον, μάτωσε φλέβα! Κι όσο δίκιο και να είχε, αυτό δεν άλλαζε το γεγονός ότι τα λόγια του έπεφταν σαν σουβλερό μαχαίρι στις ακουστικές οδούς του νεαρού αγοριού, που τώρα τον κάρφωνε με εκείνο το πρωτόγονα οργισμένο βλέμμα που δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον χειρούργο από το χασάπη, το δάσκαλο από τον διευθυντή φυλακών και τον ψυχίατρο από την κουτσομπόλα της γειτονιάς…

Ο Παύλος δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Γι’ αυτό και προσπάθησε να κλέψει λίγο χρόνο ώστε να βάλει σε τάξη το μυαλό του. Μιας και είχε πάρει την απόφαση της αυτοκτονίας τόσο ξαφνικά, δεν είχε προλάβει να αναλύσει σε βάθος αυτή την παραλίγο πράξη του. Από την άλλη, σκέφτηκε ότι για να οδηγηθεί και μόνο στην απόπειρα, κάποιος σοβαρός λόγος θα υπήρχε. Οπότε μια ανασυγκρότηση του εγκεφαλικού του δίσκου ήταν ότι έπρεπε.

Υπεκφυγή τόσο νωρίς?, τον πρόλαβε ο Άρης αρπάζοντας τον έλεγχο της συζήτησης απ’ τα μαλλιά.

Ποιος σου είπε ότι κάνω υπεκφυγές? έπαιξε θέατρο ο Παύλος. Ρε φίλε νομίζεις ότι με ξέρεις κι από ‘χτες? Έχεις υπ’ όψιν σου τι έχω περάσει αυτές τις τελευταίες μέρες και μου κάνεις τον έξυπνο?, πέρασε στην αντεπίθεση νευριασμένος.

Τι νόημα έχει αν σε γνώρισα τώρα ή σε ξέρω από καιρό? Εγώ απλά τη συμπεριφορά σου διαβάζω. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ΕΣΥ σε γνωρίζεις. Πόσο μάλλον, πριν από μια τόσο μεγάλη απόφαση! είπε καταλαμβάνοντας τον έλεγχο και των τελευταίων πνευματικών υπολειμμάτων της συζήτησης.

Τι πάει να πει “Διαβάζεις την συμπεριφορά μου”? Τι σε βάλαμε δηλαδή? Τρελογιατρό για να μας κάνεις διάγνωση?, ο Παύλος ήταν εκτός εαυτού.

Δηλαδή κάνω λάθος?, ρώτησε, εμφανώς χωρίς ίχνος απορίας ο Άρης.

Φυσικά και κάνεις λάθος. Εσύ τι νομίζεις? Ότι πήγα ν’ αυτοκτονήσω χωρίς λόγο?, απάντησε θυμωμένα, με όσο πιο σιγανή φωνή του επέτρεπαν τα νεύρα του, έτσι ώστε να μην σηκώσει όλη τη γειτονιά στο πόδι.

Δεν είπα αυτό., αντέτεινε ψύχραιμα ο Άρης. Δεν γίνεται να κάνεις κάτι χωρίς λόγο, ακόμα κι αν προσπαθήσεις. (Γιατί τότε, ο λόγος που το κάνεις είναι ακριβώς η απουσία λόγου). Όμως λόγος από λόγο διαφέρουν. Για παράδειγμα: Φαντάσου τον εαυτό σου σ’ ένα σταυροδρόμι. Δεν ξέρεις ποιον δρόμο να διαλέξεις. Τι θα κάνεις?

Δεν ξέρω… είπε ο Παύλος. Τι να σου πω? Μάλλον θα πάρω έναν στην τύχη., είπε κάπως αδιάφορα, πιο πολύ από περιέργεια να δει που το πήγαινε.

Αναμενόμενο, όμως όχι από κάποιον που διαβάζει Πλάτωνα., δήλωσε με στόμφο ο Άρης.

Π… Πώς το κατάλαβες ότι διαβάζω Πλάτωνα?, ο Παύλος τώρα, αισθάνθηκε στοιχειωμένος…

Από εκείνο το πεταμένο βιβλίο έξω από την πόρτα αυτού του δωματίου. Αν δεν κάνω λάθος είναι η «Πολιτεία», σωστά?, είπε και έδειξε το δωμάτιο του Παύλου. Δεν νομίζω πώς οι γονείς σου θα είχαν πεταμένα βιβλία φιλοσοφίας έξω από το υπνοδωμάτιό τους! Πόσο μάλλον όταν από μέσα ακούγεται η «Τελευταία Μέρα» από Κρίνα. Τι όμορφο πιάνο που έχει αυτό το κομμάτι! Και να φανταστείς, ότι ποτέ δεν έχω καταφέρει να το ακούσω ολόκληρο…

Ακούς Διάφανα Κρίνα?, τον ρώτησε ξαφνιασμένος και ανακουφισμένος ο Παύλος, που πήρε τελικά απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση του.

Ναι, γιατί όχι? Έχουν μία μελαγχολική ειλικρίνεια στη μουσική και στο στίχο τους, που με συναρπάζει.

Ο Παύλος ήταν εντυπωσιασμένος. Δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει. Τον συγκροτημένο λόγο του? Την ευστροφία του? Την παρατηρητικότητα του? Τις μουσικές και φιλοσοφικές του γνώσεις? Ή το καλλιτεχνικό του γούστο? Αυτό το πιάνο ήταν πράγματι αριστουργηματικό… Σ’ αυτό είχε δίκιο ο Άρης. Όμως ο παράξενος αυτός άντρας ήταν θρασύς! Πολύ θρασύς. Εξαιρετικά δυναμική προσωπικότητα. Από εκείνες στις οποίες εύκολα μπορείς να υποκύψεις. Βέβαια, και ο Παύλος ήταν σκληρό καρύδι. Δεν ήταν διατεθειμένος να υποταχθεί τόσο εύκολα. Δεν θα δεχόταν τις απόψεις του Άρη ενάντια στην αυτοκτονία, απλά και μόνο επειδή είχε όλα αυτά τα θαυμαστά χαρακτηριστικά. Στο κάτω κάτω της γραφής, αυτός δεν ήταν που πριν μερικά λεπτά παραλίγο να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα?

(συνεχίζεται…)


Αγάπη ως το τέλος (Part 14)

surreal-face_fem_man_perspective_50

(προηγούμενο)

Ανοίγοντας, αντίκρυσε την πανύψηλη γνώριμη σιλουέτα του άντρα εκείνου, που μέχρι πρότινος έβλεπε μόνο από απόσταση είκοσι μέτρων. Με την παρουσία του τελευταίου, μια αποπνιχτική μυρωδιά κατέκλυσε το σπίτι. Για μια στιγμή ο Παύλος σάστισε. Ο γείτονας του έδειχνε και από μακριά ότι έχει το κακό του το χάλι, αλλά από κοντά έδειχνε ακόμα χειρότερα! Οι μικρές, αλλά ουσιώδεις λεπτομέρειες, έπαιζαν τον καθοριστικό τους ρόλο. Η γενικότερη όψη του, πρόδωσε μια μάλλον εχθρική στάση απέναντι σε όλα τα ξυριστικά είδη. Επίσης, όχι μόνο είχε ‘αιώνες’ να ακουμπήσει λεπίδα στο πρόσωπο του, αλλά και κάθε τρίχα πάνω του έδειχνε να έχει τη δική της αυτόνομη προσωπικότητα, καθώς εκτεινόταν προς κάποια τυχαία και ανεξάρτητη κατεύθυνση, αδιαφορώντας παντελώς για τον προσανατολισμό των υπολοίπων. Όσο για τα ρούχα του: μια απλή ριχτή μαύρη μάλλινη μπλούζα και ένα κλασικό ξεβαμμένο τζην. Και τα δύο, ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Αυτό το τελευταίο, εξηγούσε και την περίεργη μυρωδιά που είχε πλημμυρίσει το σπίτι. Ιδιαίτερα το τζην, είχε ήδη αρχίσει να κιτρινίζει στα γόνατα, γεγονός που προκάλεσε την αποστροφή του νεαρού εφήβου.

Αν δεν τον παρακολουθούσε τόσες μέρες από το παράθυρο του, ο Παύλος θα ορκιζόταν ότι ο τύπος που στεκόταν στην πόρτα του, το είχε σκάσει από κάποιο άσυλο ή ακόμα χειρότερα, είχε καταφέρει να επιβιώσει από κάποιο ναυάγιο και ήρθε να ζητιανέψει ένα κομμάτι ψωμί για να ξεγελάσει την πείνα του. Οι σύντομες και σχεδόν υποσυνείδητες αυτές σκέψεις του, διακόπηκαν απότομα όταν ξαφνικά και χωρίς να ζητήσει καμία άδεια, ο «Συγγραφέας» όρμισε φουριόζος και ανήσυχος μέσα στο σπίτι του Παύλου.

«Γεια», του είπε βιαστικά, με την ήπια, σταθερή, ελαφρώς μπάσα και βαθειά φωνή του. Σαν να ξεπήδησε ο τραγουδιστής των Κρίνων μέσα από το στερεοφωνικό και να βρέθηκε, σαν σε όραμα, ολοζώντανος μπροστά του. Ασυναίσθητα, ο Παύλος αφουγκράστηκε το περιβάλλον του. «Φαρμακωμένη εσύ…» ακούστηκε από το δωμάτιό του και εξέπνευσε δυνατά, σε μία προσπάθεια να αποβάλλει από πάνω του, τη σύγχυση που είχε κυριέψει το μυαλό του.

Το όνομα μου είναι Αρ…,

Για μισό λεπτό! τον διέκοψε απότομα ο Παύλος, που είχε αρχίσει σταδιακά να συνέρχεται. Πως κατάφερες και βρήκες το διαμέρισμα μου?

Χμμμ… κοντοστάθηκε για λίγο. Δεν ήταν τόσο δύσκολο. Κατ’ αρχήν, η εξώπορτά σας κάτω, είναι χαλασμένη. Κατά δεύτερον, μένεις έναν όροφο ψηλότερα από μένα, άρα στον τρίτο. Επίσης, στον όροφο αυτό υπάρχουν δύο διαμερίσματα. Συνεπώς είχα 50% πιθανότητα επιτυχίας να σε πετύχω. Οπότε στάθηκα, μάλλον κάπως τυχερός… Είπε, χωρίς να φαίνεται να πολυπιστεύει την τελευταία φράση του.

«Άντε πάλι αυτές οι πιθανότητες», σκέφτηκε ο Παύλος, «Παντού με κυνηγάνε». Ύστερα, αφού έδιωξε από πάνω του τα ενοχλητικά αυτά δαιμόνια, τον ρώτησε:

Ποιος είσαι? Χωρίς φυσικά να κρύψει το παραμικρό ίχνος από την τεράστια περιέργεια που τον διακατείχε.

Το όνομα μου είναι Αριστοτέλης. Μπορείς να με φωνάζεις Άρη άμα ‘θες.

Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Ο Παύλος υποσυνείδητα, του έδωσε πίστωση χρόνου, ώστε να ολοκληρώσει την αυτό-παρουσίαση του. Για κακή του τύχη όμως, ο «Συγγραφέας» (ή μάλλον ο Άρης), είχε πει ότι ήθελε να πει. Έτσι, αναγκάστηκε να σπάσει την κάπως αμήχανη σιωπή τους.

Μάλιστα… Εμένα με λένε Παύλο. Και αφού αντάλλαξαν μία σύντομη χειραψία, κάθισαν και οι δύο στον καναπέ του σαλονιού.

Λοιπόν Παύλο, γιατί ακριβώς, θέλεις να πεθάνεις? Τον ρώτησε αμέσως, αυξάνοντας την ήδη τεράστια αμηχανία που ένοιωθε το αγόρι.

Ποιος ήταν πια αυτός ο ξένος που μπούκαρε απρόσκλητος στο σπίτι του και τώρα σαν μπάτσος της ψυχής του, του έκανε ανάκριση? Αλλά έτσι απογοητευμένος και ψυχικά κουρασμένος που ήταν, αποφάσισε να δεχτεί αυτήν την πρόκληση. Τουλάχιστον αυτή σε αντίθεση με τον θάνατο, έδειχνε να διαθέτει δρόμο επιστροφής. Η μήπως όχι?

Ερωτική απογοήτευση! Απάντησε με σιγουριά, κουνώντας με νόημα το κεφάλι του, όπως ακριβώς κάνει ένας άντρας απέναντι σε άντρα, περιμένοντας κατανόηση.

Όχι, δεν σε ρώτησα για την αφορμή. Σε ρώτησα για την αιτία που σε οδήγησε στην απόπειρα, απάντησε χωρίς ίχνος της κατανόησης που προσδοκούσε ο Παύλος.

Εεεε… Βασικά δεν είναι τόσο απλό. Θα σου εξηγήσω. Αλλά δε σε ρώτησα… Θα πιεις κάτι?

(συνεχίζεται…)

Αγάπη ως το τέλος (Part 13)

world

(προηγούμενο)

Ο Παύλος δεν πίστευε στ’ αυτιά του! Όμως η φωνή του «Συγγραφέα» είχε έναν τόνο τόσο αυστηρό και προστακτικό, που το νεαρό αγόρι ένοιωσε πως δεν μπορούσε, παρά να υπακούσει πειθήνια. Προσπάθησε πάντως – κυρίως ενστικτωδώς – να αντισταθεί…

Δεν κατάλαβα? Γιατί να μην το κάνω? Και πρώτα απ’ όλα ποιος είσαι εσύ που δίνεις συμβουλές? Εσύ δηλαδή το περίστροφο το έβαλες στο κεφάλι σου για να ξυστείς? είπε, με όσο πιο σταθερή φωνή του επέτρεπε ο εκνευρισμός του.

Είναι προφανές το γιατί. Δεν είσαι σίγουρος γι’ αυτό που πας να κάνεις. Και μόνο το γεγονός ότι αναφέρθηκες στη δική μου απόπειρα, το αποδεικνύει. Ένας ειλικρινής αυτόχειρας είναι τόσο σίγουρος για την πράξη του που δεν τον ενδιαφέρουν οι γνώμες και οι πράξεις των άλλων. απάντησε αμέσως, και με πιο ήρεμη φωνή από πριν.

Το τελευταίο επιχείρημα συνέτριψε τον Παύλο, που δεν είχε κάτσει να αναλογιστεί και πολύ, την παρολίγο αυτοκτονία του. Είχε δράσει αυθόρμητα. Όπως ακριβώς ένοιωθε. Παρόλα αυτά, σαν καλός φιλόσοφος, προσπάθησε να κρύψει τις σκέψεις αυτές από τον παράξενο συνομιλητή του. Αντ’ αυτού, δοκίμασε να τον προκαλέσει.

Και που ξέρεις εσύ και μιλάς με τόση βεβαιότητα για την περίπτωση μου ρε φίλε? Με ξέρεις κι από χτες? Δεν έχεις ιδέα τι περνάω? είπε, μετά από μια σύντομη σιωπή.

Σ’αυτό κάνεις λάθος. Και θα στο αποδείξω! Γι’ αυτό ήρθε η ώρα να κατέβεις από το παράθυρο. Κατέβα λοιπόν, και μην το κουνήσεις από εκεί. Έρχομαι τώρα για να μιλήσουμε. Αλλιώς, θα σηκώσουμε όλη τη γειτονιά στο πόδι. απάντησε, με την πιο φυσική φωνή του κόσμου.

Ο Παύλος κοκάλωσε. Περίμενε ν’ ακούσει εκατομμύρια απαντήσεις, αλλά σίγουρα όχι αυτή. «Ποιος νόμιζε ότι ήταν αυτός ο μυστηριώδης τύπος? Ο Θεός?». Παρόλο όμως που δεν δεχόταν προσταγές από κανένα – πόσο μάλλον από έναν ξένο – είχε μείνει άγαλμα στη θέση του, υπακούοντας τυφλά στις διαταγές που μόλις είχε πάρει. Όπως ακριβώς ένας πατριώτης στρατιώτης ή ένας “βαμμένος” κομματικός υποστηριχτής. Επίσης, ένα άλλο παράδοξο στην όλη ιστορία, ήταν ότι η σταθερότητα της φωνής του «Συγγραφέα» με την οποία και του ξεστόμισε τα τελευταία λόγια, έμοιαζε απόλυτη και ειλικρινής. Σαν να επρόκειτο για κάποιον σοφό της αρχαιότητας του οποίου η λευκή γενειάδα ήταν τόσο μακριά που – εκτός από το πάτωμα – ήταν έτοιμη να καθαρίσει τα πνευματικά σκουπίδια από τη σκέψη των κοινών θνητών.

Αλλά για να απονείμουμε και τα του καίσαρος τω καίσαρι, ο Παύλος είχε μόλις αποκτήσει μια νέα ελπίδα. Έναν νέο στόχο. Δηλαδή να γνωρίσει από κοντά αυτόν τον περίεργο άνθρωπο. Μάλιστα, ίσως αυτή η γνωριμία να τον οδηγούσε κάπου. Άλλωστε, δεν είχε τίποτα να χάσει. Μέχρι πριν από λίγο σκεφτόταν να πεθάνει. Αυτό τα έλεγε όλα…

Κοίταξε το απέναντι δωμάτιο. Ο «Συγγραφέας» είχε ήδη φύγει και πιθανότατα κατευθυνόταν προς το σπίτι του. «Απίστευτο», σκέφτηκε. «Δεν τον ένοιαξε καν το γεγονός ότι θα μπορούσε να αναστατώσει τους γονείς μου», είπε με έκπληξη αλλά και ένα συγκεκαλυμμένο ενδιαφέρον και κατέβηκε επιτέλους από το παράθυρο.

Μέσα στο δωμάτιο αντήχησε η βαριά φωνή του τραγουδιστή των Κρίνων, Θάνου Ανεστόπουλου…

Σαν να ‘ταν χτες,

τα λόγια της φοβέρας

Ότι θα φύγεις μακριά.

Κουράστηκα και πέθανα,

Δεν έψαξα πουθενά.

Ο Παύλος δεν κατάφερε να αντισταθεί στη ειρωνεία της στιγμής και ένα αχνό μειδίαμα έκανε τη δειλή εμφάνιση του στα χείλια του. Το χαμόγελο αυτό, ήταν στη ουσία επισφράγισμα μιας σχεδόν ερωτικής σχέσης πάθους που ξεκινούσε ανάμεσα σ’ εκείνον και στην υποβλητική μουσική των Διάφανων Κρίνων. Το κουδούνι χτύπησε διακριτικά. Ο Παύλος δίστασε για μία στιγμή, αλλά τελικά πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα…

(συνεχίζεται…)

« Older entries