Αγάπη ως το τέλος (Part 1)

f_blind20angem_dd92ec21

Ήταν άλλη μια νύχτα, έντονης περισυλλογής για τον Παύλο. Από αυτές που νοιώθεις ότι δεν πρόκειται να περάσουν με τίποτα και που αισθάνεσαι τον εαυτό σου να παραδίνεται γυμνός σε μία δίνη αναζήτησης, που ποτέ δεν ξέρεις που θα καταλήξει… Κι όμως, ο Παύλος εθιζόταν σ’ αυτήν την κατάσταση, κι όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να την αποβάλλει από πάνω του. Αυτό το νοητικό ταξίδι, ήταν για εκείνον μια έντονη σχέση πάθους, που συνδύαζε την αγάπη και το μίσος, όπως ακριβώς και ο έρωτας που ένοιωθε για την Αριστέα. Αυτή ήταν σίγουρα και η βασική αφορμή της έναρξης της πνευματικής του περιπέτειας εκείνο το βράδι. Όμως, παρόλο που σχεδόν πάντα σε κάτι τέτοιες στιγμές, οι σκέψεις του ξεκινούσαν και κατέληγαν σ’ αυτή, το μεγαλύτερο μέρος των συνειρμών του τον οδηγούσε σε βαθύτατα προσωπικά μονοπάτια.

Ήταν σίγουρα το νεαρό της ηλικίας του και η μετά-εφηβική περίοδος που διάνυε, που συνεισέφεραν σ’ αυτήν την κατάσταση, αν και πάντα σιχαινόταν να ακούει από διάφορους – και κυρίως από τους γονείς του – τη φράση: «έχεις τα υπαρξιακά σου, θα σου περάσει». «Δηλαδή, τι σημασία έχει αν τα έχω τώρα, ή αν θα τα έχω για πάντα? Και πάνω απ’ όλα, ποιος σας είπε ότι θέλω να μου περάσει?» σκεφτόταν, άλλοτε από μέσα του και άλλοτε φωναχτά. Αλλά, όπως άλλωστε όλοι σχεδόν οι νέοι της ηλικίας του, σπάνια έβρισκε ανταπόκριση.

Σκέφτηκε για λίγο το διαγώνισμα ιστορίας που έδινε την επόμενη μέρα. «Πότε πήρε τα δάνεια από την Αγγλία το ελληνικό έθνος?» αναρωτήθηκε. «Το 1824 και το 1825.» απάντησε μόνος του. «Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ακόμα καλά καλά, δεν είχε αποκτήσει πλήρη αυτονομία και είχε αρχίσει να χρωστάει στο εξωτερικό και στις μεγάλες δυνάμεις» σκέφτηκε. Το ανεξέλεγκτο παιχνίδι των συνειρμών είχε μόλις αρχίσει. «Από τότε, δεν θυμάμαι την Ελλάδα, να έχει ξεπληρώσει το χρέος της και αυτό όσο πήγαινε και μεγάλωνε», φάνηκε να λέει με πικρία στον εαυτό του. Και τότε, θυμήθηκε σε κάτι οικογενειακά τραπέζια να ακούει τους “μεγάλους” να συζητάνε για το περιβόητο «έλλειμμα» της Ελλάδος. Θυμόταν που τους είχε ρωτήσει γι’ αυτό. Είχε βγάλει μάλιστα και ένα απλό συμπέρασμα. Το έλλειμμα αυτό είχε δημιουργήσει οικονομική εξάρτηση στη χώρα του από τότε. Γι’ αυτό και εκείνος κάποιες φορές ασυναίσθητα, προσπαθούσε να σκεφτεί τρόπους να καλυφθεί. Ήταν ιδιαίτερα ανήσυχο πνεύμα από μικρός.

Θυμήθηκε επίσης, ότι μόλις, στην “πρώτη Λυκείου”, δηλαδή δυο χρόνια πριν, είχε μάθει το «νέο» και επιστημονικό όνομα, του οικονομικού αυτού ελλείμματος, στο μάθημα των οικονομικών. «Έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου» είπε με στόμφο, σχεδόν περήφανος για τον εαυτό του. «Τα χρόνια περνάνε, τα νομίσματα και τα ονόματα αλλάζουν, αλλά το χρέος παραμένει το ίδιο… Όπως ακριβώς το αμαρτωλό παρελθόν των γονέων, που επιβαρύνει τη ζωή των παιδιών τους.» σκέφτηκε – κάπως καλλιτεχνικά – το καθημερινό ανάλογο, του προβλήματος.

«Έχει τεράστια σημασία η κληρονομιά που θα σου αφήσουν οι πρόγονοι σου. Αυτό εμένα σίγουρα με επηρεάζει, αλλά πώς?» αναρωτήθηκε. «Από τη μία, υπάρχουν τα γονίδια που μας μαθαίνουν στο σχολείο και που – επιστημονικώς τεκμηριωμένα – τα κληρονομούν τα παιδιά από τους γονείς τους, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες μαζί τους. Σίγουρα αυτός είναι ένας άμεσος τρόπος επιρροής πάνω στην προσωπικότητα μου. Όμως “η προσωπικότητα είναι κάτι που διαπλάθεται κυρίως κοινωνικά, μέσω των εμπειριών και των προσλαμβανουσών παραστάσεων του ατόμου” όπως λέει και η καθηγήτρια της κοινωνιολογίας. Αυτό σημαίνει ότι – για παράδειγμα – η ήδη ανεπτυγμένη προσωπικότητα του πατέρα μου, επιδράει πάνω στη δική μου μεταφέροντας μου εμπειρίες.

Πώς όμως και ως ποιο βαθμό? Μου μεταφέρει τους φόβους του και τις ανασφάλειες του σε βαθμό ώστε να τις νοιώθω δικές μου?» άρχισε να σκέφτεται όλο και ποιο γρήγορα νοιώθοντας σταδιακά τους παλμούς της καρδιάς του να ανεβαίνουν. «Κι αν αυτό, πράγματι συμβαίνει, τότε εγώ πώς θα καταφέρω να ξεπεράσω “ξένους” φόβους, που όμως στην ουσία τους νοιώθω στο πετσί μου, σαν δικούς μου?». Σταμάτησε για μια στιγμή για να βάλει σε τάξη το μυαλό του.

(συνεχίζεται…)


Advertisements