Αγάπη ως το τέλος (Part 2)

crazy-writer

(προηγούμενο)

«Από την άλλη, αν και η μητέρα μου, μου κληροδότησε το ενδιαφέρον της για την μαγειρική, εντούτοις, απεχθάνομαι όσο τίποτα, τις θετικές επιστήμες με τις οποίες ασχολούνται επαγγελματικά οι γονείς μου. Επίσης, αρνούμαι σθεναρά τις πιέσεις τους να ακολουθήσω παρόμοιο επάγγελμα με το δικό τους. Δεν πρόκειται να γίνω ούτε γιατρός, ούτε φυσικός. Αυτό δεν σημαίνει ότι τελικά εγώ επιλέγω, τι θα κρατήσω και τι όχι, από τις επιρροές τους? Μήπως όμως το γεγονός ότι αντιδρώ αρνητικά σε κάτι που εκείνοι κάνουν, είναι στείρα αντίδραση και όχι ελεύθερη βούληση? Μήπως τελικά, οι γονείς δρουν καταπιεστικά στην ελεύθερη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού? Μήπως μου χρειάζεται ψυχίατρος? Ή απλά με έχει βαρέσει η αγαμία στο κεφάλι?».

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άρχισε και πάλι να τη σκέφτεται. Δεν είχε περάσει πάνω από μια βδομάδα, που είχε χωρίσει με την Αριστέα και ήδη του έλειπε πάρα πολύ. Δεν ήτανε λόγος αυτός να χωρίσουνε, σκεφτότανε συνέχεια. Τι πάει να πει: “Έχω ανάγκη να μείνω για λίγο καιρό μόνη μου?” ρωτούσε συνεχώς τον εαυτό του, θυμώνοντας ταυτόχρονα με την απαθή στάση, που εκείνος έδειχνε να έχει.

«Τι λάθος έκανα? Ποτέ δεν την πίεσα και η ερωτική μας ζωή, ήταν κάτι παραπάνω από φυσιολογική. Λάθος! Το «φυσιολογική» δεν περιγράφει τίποτα και στην ουσία θα υποτιμούσε τη σχέση μας. Η ερωτική μας σχέση ήταν, περιπετειώδης, μεθυστική και αναζωογονητική. Και δεν ήταν μόνο για μένα. Τουλάχιστον αυτό, μπορώ να το πω με σιγουριά. Όχι μόνο χάρη στην ερωτική της ανταπόκριση, που φυσικά δεν μπορώ να μην λάβω υπ’ όψη μου, αλλά κυρίως σ’ αυτό το βαθύ και γεμάτο νόημα χαμόγελο, που μου χάριζε συνέχεια. Έμοιαζε με αστείρευτη πηγή θαυματουργής ενέργειας, που σου δίνει δύναμη να αντέξεις και την πιο δύσκολη και κουραστική ημέρα. Κι όταν πάλι, είχα τις μαύρες μου, με καθησύχαζε και μου έδινε κουράγιο όσο τίποτα στον κόσμο. Και ξαφνικά μια μέρα έσβησε. Έτσι απλά…

Μα ποιον κοροϊδεύω? Πώς ένα τέτοιο χαμόγελο μπορεί να σβήσει έτσι απλά, σαν να μην συνέβη τίποτα? Αλλά πάλι, και τα πιο φωτεινά αστέρια, έτσι ξαφνικά, δεν χάνουν κάποια στιγμή τη λάμψη τους και πέφτουν?» και στη σκέψη μιας τόσο απλής και μελαγχολικής αιτιολογίας, ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο του. Ύστερα, ένα δεύτερο, που το ακολούθησε ένας πνιχτός λυγμός, και που συγκράτησε με το ζόρι, για να μην ακουστεί στο υπνοδωμάτιο των γονιών του, αλλά κυρίως στο διπλανό δωμάτιο.

Εκεί, κοιμόταν ο τρία χρόνια μεγαλύτερος αδερφός του, Νικόλας, που ο Παύλος είχε σαν πρότυπο. Ο Παύλος – για λόγους που καλά καλά και ο ίδιος δεν καταλάβαινε – δεν ήθελε να τον ακούσει ο αδερφός του να κλαίει. «Είναι άδικο…» σκέφτηκε, «…γιατί θα πρέπει να αισθανόμαστε άσχημα όταν κλαίμε? Γιατί θα πρέπει να καταπνίγουμε τα συναισθήματά μας και τα ξεσπάσματα τους?» Αυτόματα, σκέφτηκε τον πατέρα του. Σαν κινηματογραφική ταινία, πέρασε από μπροστά του η εικόνα ενός πατέρα ψυχρού και ρασιοναλιστή, να αντιμετωπίζει ασυγκίνητος τις διάφορες εκφάνσεις της καθημερινότητας. «Οι επιρροές που έλεγα» σκέφτηκε. «Όμως έναν τέτοιο “στυλοβάτη” δεν χρειάζεται ένα σπίτι για να ορθοποδήσει? Αλλά αξίζει να έχεις για πατέρα, ένα καλά προγραμματισμένο ρομπότ?»

Τότε, μία πενιχρή δεσμίδα φωτός που διαπέρασε το κλειστό τζάμι του παραθύρου του, διέκοψε τις σκέψεις του. Αυθόρμητα, άναψε το φως από το κινητό του και κοίταξε την ώρα. Μία ακριβώς. Η συνηθισμένη ώρα. Κοίταξε από το παράθυρο του και αναγνώρισε από το παράθυρο της απέναντι πολυκατοικίας, μία γνώριμη φιγούρα. Ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία του Παύλου και έναν όροφο πιο κάτω στον δεύτερο, υπήρχε ένα ακατάστατο δωμάτιο, με αρκετά λιτό διάκοσμο. Το εσωτερικό του, ίσα που διακρινότανε από το λιγοστό φως που έβγαζε μια λάμπα, τοποθετημένη στην άκρη ενός γραφείου που βρισκόταν στον τοίχο, δίπλα στην πόρτα.

Μέσα στο δωμάτιο και καθισμένος στο γραφείο του, σε μία άβολη τυπική πλαστική καρέκλα, βρισκόταν ο μυστηριώδης κύριος «Συγγραφέας», – όπως τον είχε βαφτίσει εδώ και καιρό ο Παύλος – ο οποίος έγραφε ασταμάτητα και πυρετωδώς, σε κάτι ατέλειωτες λευκές κόλες χαρτί που είχε μπροστά του. Που και που, σταματούσε απότομα και κοιτούσε έξω από το παράθυρο, σαν να έψαχνε κάποιον ή κάτι. Μάλιστα, ο Παύλος πριν από αρκετούς μήνες, όταν τον παρακολουθούσε για πρώτη φορά, είχε τρομάξει και είχε αισθανθεί αμήχανα, επειδή για μια στιγμή νόμισε ότι ο παράξενος εκείνος κύριος, είχε αντιληφθεί την παρουσία του. Σύντομα όμως, όταν μετά από λίγο ξαναγύρισε ξαφνικά στη δουλειά του, κατάλαβε ότι απλώς κοιτούσε αφηρημένα προς κάποια τυχαία κατεύθυνση, ίσως για να συγκεντρωθεί πάνω σ’ αυτό που έγραφε. «Τι ανόητος που είμαι» σκέφτηκε ο Παύλος. «Πώς θα μπορούσε να με είχε δει, αφού εδώ έχει σκοτάδι και εκεί φως?» Στην ιδέα αυτή, κρυφογέλασε μόνος του για λίγο, και κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του.

(συνεχίζεται…)

Advertisements