Αγάπη ως το τέλος (Part 5)

sleep_salvador_dali-tm

(προηγούμενο)

Κοίταξε την ώρα στο κινητό του. Δύο παρά τέταρτο! «Το ‘παράκανα και σήμερα. Αύριο να δω πως θα καταφέρω να γράψω καλά στο διαγώνισμα», ψιθύρισε απογοητευμένος. «Πάντα τις λάθος ώρες, με χρειάζεται ο εαυτός μου. Στην χειρότερη ηλικία, μας φορτώνει η κοινωνία με ευθύνες». Μετά από αυτό, έκλεισε το παντζούρι και αποφάσισε επιτέλους να πέσει για ύπνο. Παρόλο που είχε φοβερή υπερένταση, η ψυχοσωματική κούραση υπερτερούσε και τελικά ο Μορφέας δεν άργησε να κάνει την θριαμβευτική εμφάνιση του. Όπως ήταν πολύ λογικό, ο ύπνος του ήταν ιδιαίτερα ανήσυχος, ενώ στα όνειρα του κυριάρχησε για ένα ακόμα βράδυ η μορφή της Αριστέας. Μόνο που αυτή τη φορά, είχε έναν πολύ παράξενο, πλην όμως γνώριμο ρόλο στο όνειρο του. Ήταν καθισμένη σ’ ένα γραφείο και ενώ έγραφε μανιωδώς πάνω σε κάτι χαρτιά, σταματούσε κάθε τόσο και του χαμογελούσε πλατιά, ενώ τα δάκρυα δεν σταματούσαν στιγμή να κυλούν στο πρόσωπό της.

Ο τραχύς και ανυπόφορα ενοχλητικός ήχος του ξυπνητηριού, τον επανάφερε στην πραγματικότητα. Εφτά και μισή το πρωί. Η τυπική καθημερινή ώρα έγερσης. Μόνο που σήμερα του ήταν σχεδόν αδύνατον να σηκωθεί. Συνήθως χρειαζόταν οχτώ ώρες σχετικά ήρεμου ύπνου για να ξεκουραστεί τελείως, αλλά ο σύντομος ύπνος που μόλις είχε κάνει, απείχε πολύ από το να πληρεί αυτές τις προδιαγραφές. Έπρεπε να το πάρει απόφαση! Tα επόμενα λεπτά θα ήταν εξαιρετικά οδυνηρά γι’ αυτόν. Μετά, ο συνηθισμένος στην κακοποίηση των τελευταίων χρόνων οργανισμός του, θα αύξανε τις εκκρίσεις της ντοπαμίνης και της σεροτονίνης και έτσι θα έπαυε να παρουσιάζει συμπτώματα νύστας και κόπωσης. Ακόμα κι αν δεν μπορούσε να το κατανοήσει τόσο επιστημονικά, το σίγουρο είναι ότι κάθε μέρα το βίωνε πρακτικά. Και καμιά φορά, μπροστά στα αδιαμφισβήτητα καθημερινά βιώματα και οι πιο τεκμηριωμένες επιστημονικές μελέτες, ωχριούν.

Παρόλα αυτά, δεν είχε ακόμα σηκωθεί από το κρεβάτι και στιγμιαία, τον ξαναπήρε ο ύπνος. Όχι όμως για πολύ. Η συνήθης ύποπτη δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση της στο δωμάτιο…

Άντε ρε Παύλο ξύπνα, πήγε οχτώ παρά είκοσι η ώρα! Θ’ αργήσεις στο σχολείο… Πάλι ξενύχτησες εχθές, έτσι? Τι θα γίνει μ’ αυτή την κατάσταση? Δεν σου έχω πει χίλιες φορές…

Και επειδή ο Παύλος ήξερε ακριβώς τι θα ακολουθούσε, αποφάσισε να σηκωθεί, χωρίς άλλη σκέψη.

OK ρε μάνα, σηκώνομαι, αλλά σταμάτα πια αυτή τη μουρμούρα, πρωί πρωί.

Ρε αγόρι μου, εγώ για το καλό σου το λέω, νομίζεις ότι έχω καμία απολύτως όρεξη να σου σπάω τα νεύρα, κάνοντας σου τον μπαμπούλα…

«Έχεις δεν έχεις όρεξη, εμένα μια φορά, τα νεύρα μου τα ‘σπας» σκέφτηκε τότε από μέσα του το αγόρι, που δεν είχε πλέον καμία όρεξη, να δώσει συνέχεια σε ένα θέμα τόσο πολυσυζητημένο. Ούτως ή άλλως, μιας και η μητέρα του ήταν πρωινός τύπος (σηκωνόταν κάθε πρωί με τις κότες, γύρω στις εφτά – εφτά και κάτι) ήταν σχεδόν βέβαιο, ποιος θα ήταν ο χαμένος μιας τέτοιας αναμέτρησης. Ώρες ώρες, ευχότανε να είχε αναλάβει ο πατέρας του το πρωινό ξύπνημα, ο οποίος δεν έδινε σημασία σε κάτι τέτοιες λεπτομέρειες. Αλλά με την αφηρημάδα που ο τελευταίος κουβαλούσε, θα ήταν πολύ πιθανό για τον Παύλο, να μείνει στην ίδια τάξη μόνο και μόνο από απουσίες της πρώτης ώρας. «Να η αυτονομία που χρειάζομαι» σκέφτηκε τότε. «Αν ζούσα μόνος μου, δεν θα είχα κανέναν πάνω από το κεφάλι μου και έτσι θα ήμουν ποιο υπεύθυνος στο θέμα του πρωινού ξυπνήματος. Αντιθέτως, τώρα επαναπαύομαι άθελα μου και ιδού τ’ αποτελέσματα!». «Κάνε υπομονή ρε Παυλάρα…» έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό του «…και όπου να ‘ναι θα γίνεις φοιτητής και θα ζήσεις μόνος σου».

Ο Παύλος και η οικογένεια του ζούσαν στην Αθήνα στην Κηφισιά. Εκείνος όμως το είχε πάρει απόφαση ότι θα δήλωνε το Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα το τμήμα της φιλοσοφικής, στο μηχανογραφικό του. Το πρόβλημα του ήταν ότι “έπιανε” και την φιλοσοφική σχολή του Καποδιστριακού πανεπιστημίου των Αθηνών. Οπότε φοβόταν μήπως πυροδοτούσε τις αντιδράσεις των γονέων του. Τους άκουγε από τώρα (και κυρίως τη μητέρα του) να παραπονιούνται.

Όμως τα πράγματα ήταν απλά. Ο Παύλος ήθελε απεγνωσμένα να φύγει από το σπίτι του. «Σ’ αυτή την απαίτηση δεν πρέπει να κάνω πίσω. Όχι αυτή τη φορά. Ότι και να μου ‘λένε εγώ θα πρέπει να επιμείνω. Θα δεχτώ να μείνω στην Αθήνα μόνο σε ξεχωριστό σπίτι μόνος μου. Και αν μου πούνε και τίποτα, θα αρχίσω να δουλεύω για να μην έχω κανέναν τους ανάγκη» ήταν μερικές από τις βασικές σκέψεις που κυριαρχούσαν στον εγκέφαλο του, τους τελευταίους μήνες…

(συνεχίζεται…)

(painting: «Sleep» by Salvador Dali)

Advertisements