Αγάπη ως το τέλος (Part 9)

misero_fws_800

(προηγούμενο)

Φτάνοντας στο σπίτι, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι ήταν άδειο. Φυσικά, όταν ζεις σε μια οικογένεια τρελών προγραμμάτων, όπως αυτή του Παύλου, κάτι τέτοιο δεν σε παραξενεύει στο ελάχιστο. Έτσι, αφού απόφυγε την Μελ – που έτρεξε κατά πάνω του με το που τον είδε – πήγε κατ’ ευθείαν μία βόλτα από το Bar του σαλονιού, για να βρει κάτι δυνατό να πιει. Ακολούθως, γέμισε ένα ψηλό ποτήρι με το πρώτο ουίσκι που βρήκε μπροστά του. Μετά, σειρά είχε το δωμάτιό του. Πέταξε τη τσάντα του όπου βρήκε και δοκίμασε να ανοίξει το ραδιόφωνο. Μάταιος κόπος. Εκείνη τη μέρα κανένας σταθμός δεν θα του έφτιαχνε το κέφι. Τους άλλαζε τον έναν μετά τον άλλον, αλλά δεν σταματούσε πουθενά. Μέσα σε τρία λεπτά είχε γυρίσει και τους 20 μεγακύκλους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. «Μόνο για αγάπες και μαλακίες ξέρετε να παίζετε?» είπε δυνατά, και απαυδησμένος έκλεισε το ραδιόφωνο. Στη συνέχεια, σωριάστηκε ξερά στο κρεβάτι του, όπως ακριβώς πέφτουν τα πουλιά από τον ουρανό, μετά από κάθε επιτυχημένη βολή των κυνηγών.

Τότε, θυμήθηκε το CD που του είχε κάνει δώρο εκείνος ο συμμαθητής του, ο Ηλίας. Το CD, αν και είχε συνοδευθεί από τα καλύτερα σχόλια του Ηλία, είχε απορρίφθεί από τον Παύλο, σχεδόν από το πρώτο άκουσμα. Κι αυτό, γιατί του είχε φανεί εξωπραγματικό και μελαγχολικό σε βαθμό πεσιμισμού. Ο Ηλίας ήταν απ’ αυτούς τους τύπους, που μια ζωή ντύνονται στα μαύρα, έχουν την ποίηση του μεσοπολέμου για ευαγγέλιο, τον Καρυωτάκη για θεό και όλους τους ξένους ρομαντικούς (βλ. Poe, Baudelaire) για αρχαγγέλους… Συνεπώς, μ’ αυτή του την κίνηση μάλλον προσπάθησε να προσελκύσει τον Παύλο στον μελαγχολικό και ρομαντικό του κόσμο. Αυτό δεν φάνηκε να συγκινεί ιδιαίτερα τον τελευταίο… Άλλωστε, παρόλο που ο Παύλος συμπαθούσε πολύ τον Ηλία (έναν από τους καλύτερους συνομιλητές από άποψη επιχειρηματολογίας που είχε συναντήσει ποτέ) εντούτοις, διαφωνούσε σε πάρα πολλά σημεία μαζί του, με κύριο άξονα την αντίθεση του στις απαισιόδοξες έως μηδενιστικές φιλοσοφικές θέσεις του. Παρόλα αυτά, μεταξύ τους υπήρχε ένας εκατέρωθεν αλληλοσεβασμός για τις διαφορετικές απόψεις του άλλου. Στο όνομα αυτού του σεβασμού και όχι από τυπική ευγένεια, είχε αποφασίσει να μην αλλάξει το δώρο του φίλου του, με κάποιο άλλο CD.

Και ευτυχώς που το έκανε. Ίσως να ήταν το μοναδικό πράγμα, που θα μπορούσε να ακούσει στην κατάσταση του και που θα τον έκανε να αισθανθεί μια ελάχιστη συμπαράσταση. Ήταν και εκείνος ο παράξενος τίτλος του, που μίλαγε για τις απώλειες της ζωής. «Πόσο ταιριάζει με την περίσταση…» σκέφτηκε. «Πως το λέγανε να δεις?» αναρωτήθηκε και αμέσως πήγε να ψάξει στη θήκη που φύλαγε τα CD του, για να το βρει. «Α, μάλιστα» είπε, και κάτι σαν ένα δειλό υπομειδίαμα έκανε την εμφάνιση του, στο κατά τ’ άλλα σκυθρωπό πρόσωπό του. «Διάφανα Κρίνα: “Έγινε η απώλεια συνήθεια μας”».

Χωρίς άλλη σκέψη, το έβαλε να παίξει στο στερεοφωνικό του. Κατ’ ευθείαν στο 9. Το ομώνυμο τραγούδι που δεν θυμόταν να είχε ξανακούσει. Είχε απογοητευτεί κάπως από τα πρώτα τραγούδια και έτσι δεν είχε ακούσει τα υπόλοιπα. Πόσο θα μετάνιωνε αργότερα, για εκείνη την προ διετίας, απορριπτική του κίνηση… Το στερεοφωνικό άρχισε να παίζει δυνατά, μια υποβλητική και μελαγχολική μελωδία…

.—.—.—.

“Γλύφω το οξύ, απ’ τις ρωγμές των χειλιών σου

Και προσπαθώ, να σου απαλύνω τον πόνο,

Τα χρόνια που περάσανε μ’ αφήσανε μόνο,

Να ψάχνω την πνοή μου στον νεκρό εαυτό σου”

.—.—.—.

Και αμέσως ισχυρή ρίγη διαπέρασε το κορμί του. Τόσο ηχηροί και αληθινοί του ακουστήκαν οι στίχοι. «Πόσο ειλικρινά, πόσο τρυφερά και συνάμα πόσο ρεαλιστικά ακούγονται τα λόγια αυτά…» σκέφτηκε και σίγουρα θα δάκρυζε, αν δεν είχε κιόλας στερέψει από αυτά. Στη δίνη αυτή των παραισθήσεων τοποθέτησε τον εαυτό του αδύναμο, κουρασμένο και με κουρελιασμένη εμφάνιση να ζητιανεύει ένα φιλί και ανταπόκριση από μια σακατεμένη Αριστέα άκρως αυτοκρατορική και περιφρονητική, πλην όμως αθεράπευτα δυστυχισμένη. Το βλέμμα της ήταν ψυχρό και το δέρμα της χλωμό, όπως εκείνο των νεκρών τη στιγμή της ταφής τους. Μάταια ο τιποτένιος Παύλος προσπαθούσε να την ζωντανέψει, αποσπώντας της έστω και ένα υποτυπώδες χαμόγελο. Όσο και να την φρόντιζε γιατρεύοντας τις αμέτρητες πληγές της, εκείνη δεν ανταποκρινόταν. Παρά κοιτούσε με δυο ανέκφραστα και κενά μάτια το άπειρο. Λες και περίμενε κάποια μακρινή βοήθεια ή κάποιο λυτρωμό που την είχε ξεχάσει εδώ και χρόνια…

(συνεχίζεται…)

Advertisements