Αγάπη ως το τέλος (Part 10)

alone-in-the-room

(προηγούμενο)

Ο Παύλος είχε πια παρασυρθεί από τη μελωδία του κομματιού. Σίγουρα δεν ήταν εκεί, στο δωμάτιο του. Ήταν αλλού. Τόσο αλλού ώστε δεν πρόσεχε πλέον τους στίχους. Είχε παραδοθεί στην υποβλητικότητα του τραγουδιού. Για μια στιγμή ένοιωσε ότι είχε πιάσει πάτο. «Δεν μπορούσαν τα πράγματα να γίνουν χειρότερα», σκέφτηκε, και παραδόξως η σκέψη αυτή τον ανακούφισε κάπως. Τότε, άκουσε τον βαρύτονο τραγουδιστή των Διάφανων Κρίνων σε έναν ανατριχιαστικό σπαραγμό, να τραγουδάει σχεδόν ψυχορραγώντας ανάμεσα σε εξίσου σπαρακτικές κιθάρες:

“Σβήνω τα ίχνη, απ’ τα ψέματά μας,

Παραπατάω στη σιωπή,

Έγινε η απώλεια συνήθειά μας,

Κι ο έρωτας μια άρρωστη κραυγή”

Στο άκουσμα των παραπάνω στίχων, ο Παύλος λύγισε. Αν και κυριολεκτικά είχε στερέψει από δάκρυα, δεν άντεξε κι έκλαψε. Έκλαιγε στεγνά και με αναφιλητά. Απεγνωσμένα προσπαθούσε να υγράνει τα μάτια του, ώστε να ανακουφιστεί από τα δάκρυα που θα τρέξουν. Μάταια. Ολόκληρο το πρόσωπο του συσπαζόταν χωρίς ίχνος δακρύων. Έμοιαζε με ετοιμοθάνατο μονομάχο που σφάδαζε στην αρένα ικετεύοντας να τον σκοτώσουν για να πάψει να υποφέρει, αλλά που ο αντίπαλος του αρνείται κατηγορηματικά να του δώσει τη χαριστική βολή. Μονάχα, τον άφηνε να σβήνει βασανιστικά…

Το τετράστιχο επαναλαμβανόταν μαζί με τις συσπάσεις του. Θα ‘λεγε κανείς ότι εκείνος και τα Κρίνα θρηνούσαν παρέα, συμπαραστεκόμενοι ο ένας στον άλλον. Κι ήταν ένας θρήνος αλλιώτικος από τους άλλους. Ένας θρήνος ιερός. Ένας θρήνος για την ίδια τη ζωή. Η ώρα της λύτρωσης για τον Παύλο έδειχνε να πλησιάζει. Κι η μουσική θα τον ακολουθούσε ως το τέλος. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο…

Και κανείς δεν ξέρει για πόση ώρα ακόμα θα συνέχιζαν οι σπαραξικάρδιοι σπασμοί του, αν δεν διακόπτονταν από ένα παράξενο γεγονός. Ένα γεγονός που θα του άλλαζε τη ζωή. Όσην ώρα συμβαίνανε τα παραπάνω, ο Παύλος δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ο «φίλος» του ο «Συγγραφέας» είχε πιάσει το συνηθισμένο του πόστο από τις 21:30 το βράδυ – δηλαδή περίπου τρεισήμισι ώρες νωρίτερα από ότι συνήθιζε – και δούλευε με την γνωστή, πυρετώδη μανία του. Αυτό από μόνο του αποτελούσε είδηση. Πόσο μάλλον το απρόβλεπτο σκηνικό που θα ακολουθούσε…

Στο μεταξύ, στο απέναντι δωμάτιο, οι ανυπόφοροι σπασμοί του Παύλου τον οδήγησαν σε μία ανεξέλεγκτη έκρηξη απόγνωσης και θυμού. Σε μία γνώριμη πλέον ύφεση της λογικής αυτοκυριαρχίας του, ο Παύλος άνοιξε πολεμικό μέτωπο προς οποιοδήποτε άτυχο αντικείμενο τύχαινε να βρεθεί στο δρόμο του. Έτσι, άρχισε να πετάει τα μαξιλάρια στον τοίχο, να βαράει το κρεβάτι, να κλωτσάει τα βιβλία του έξω από το δωμάτιο (μάλιστα, παρά λίγο το αγαπημένο του βιβλίο, το “Περί Ηθικής” του Αριστοτέλη, να εκσφενδονιστεί από το παράθυρο προς άγνωστη κατεύθυνση, αλλά ευτυχώς για καλή του τύχη τα θύματα του θυμού είναι εξαιρετικά άστοχα). Στη συνέχεια, άρχισε να χτυπάει με οργή την ίδια του την βιβλιοθήκη, η οποία άντεξε στα ισχυρά τραντάγματα, μόνο χάρη στο πλήθος των βιβλίων που φιλοξενούσε. Ήδη, το δωμάτιο του θύμιζε κανονικό πεδίο μάχης, παρόμοιο με εκείνο την περίοδο 431-404 π.χ. στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του ίσως βαρβαρότερου πολέμου που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Του πελοποννησιακού. Δηλαδή ενός εμφυλίου. Ένα επίθετο που θα μπορούσε να εξηγήσει την τρομακτική βαρβαρότητα, που απορρέει από κάθε αυτοκαταστροφική τάση, και που είναι ικανή να προκαλέσει ένα χάος αυτού του μεγέθους…

Σε μία τέτοια αυτοκαταστροφική δίνη είχε βρεθεί κι ο Παύλος. Ελεύθερη πτώση στο κενό. Η μουσική στο τέρμα και ο σφυγμός να δυναμώνει. Ξέσπασμα οργής και συναισθημάτων που αποζητούσαν απεγνωσμένα έστω και μία ανεπαίσθητη αίσθηση ελπίδας και λύτρωσης. Παραληρούσε. Μέσα στο παραμιλητό του, καλούσε απεγνωσμένα για βοήθεια. Καμία απόκριση. Έμοιαζε με πιστό που ο Θεός του, τον είχε εγκαταλείψει την πιο κρίσιμη στιγμή. Την στιγμή της αγωνίας και του τέλους που πλησιάζει. Την στιγμή που χάνει κανείς για λίγο την πίστη του. Αλλά στην πραγματικότητα την χάνει για πάντα. Έτσι κι ο Παύλος. Αν και δεν ήταν θρήσκος με την έννοια που ορίζουν οι σύγχρονες θρησκείες, δεν απέρριπτε την έννοια του θείου. Όμως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κάτι για να εναποθέσει τις ελπίδες του. Για την ακρίβεια αυτό το «κάτι» που συνήθως αποτελούσε σημαντικό στήριγμα για τον Παύλο, ήταν τώρα το ίδιο η αιτία του προβλήματος. Και το πιο παράξενο απ’ όλα: Αν και δεν πίστευε πουθενά, παρ’όλα αυτά αισθανόταν ότι έχανε, αυτό που οι άλλοι θα ονόμαζαν πίστη. Δεν ήξερε ως προς τι, απλώς ήταν βέβαιος ότι δεν του έμενε κάτι άλλο για το οποίο θα άξιζε να προσπαθήσει και να παλεύει…

(συνεχίζεται…)

Advertisements