Αγάπη ως το τέλος (Part 12)

suicide-prevention

(προηγούμενο)

Στην τελευταία μάλιστα σκέψη, ο Παύλος που για μερικά δευτερόλεπτα είχε ξεχάσει την επερχόμενη αυτοκτονία του (άσχετα που από την ταραχή του δεν είχε κατέβει ακόμα από το παράθυρο) αισθάνθηκε να προσγειώνεται στην θλιβερή και χωρίς καθόλου φαντασία πραγματικότητα. Τότε, κοίταξε για πρώτη φορά κάτω. Οι ιδέες για να βάλει τέλος στη ζωή του επανήλθαν αυτόματα. Η μόνη διαφορά, ήταν ότι τώρα είχε μπει στο παιχνίδι και η λογική. Μία λογική, που όλο αυτό το διάστημα είχε παραχωρήσει αμαχητί, την αποκλειστική ψυχο-σωματική κυριαρχία της, στις συναισθηματικές εξάρσεις του Παύλου. Με την είσοδο της, έκανε την εμφάνιση του και ο πρώτος δισταγμός. «Μήπως κάνω το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου? Ένα λάθος χωρίς επιστροφή?» σκέφτηκε αρχικά «Αλλά πάλι, τι να την κάνω μια μίζερη ζωή γεμάτη πόνο και δυστυχία?» «Να ζήσω απλά και μόνο, από δειλία προς το θάνατο? Αυτό αποκλείεται!» αντιπαρέβαλε μετά. «Μήπως πάλι βλέπω με κάπως υπερβολικό μάτι τον πόνο?» εμφανίστηκε ο δεύτερος δισταγμός… «Αλλά πάλι, αφού δεν πρόκειται να ξεπεράσω ποτέ την Αριστέα, θα είμαι καταδικασμένος να την βλέπω σε κάθε καινούρια σχέση. Έτσι, δεν πρόκειται να καταφέρω ποτέ ν’ αγαπήσω ξανά.», είπε και φάνηκε να πείθει τον εαυτό του. Κοίταξε για τελευταία φορά κάτω…

Πάνω όμως που ήταν έτοιμος να πέσει, συνέβει κάτι πολύ παράξενο, που του τράβηξε βίαια την προσοχή. Ο «Συγγραφέας», επανήλθε στο μικρό δωμάτιο νευρικός και καταμουσκεμένος από τον ιδρώτα. Όμως δεν ήρθε μόνος του. Για την ακρίβεια, δεν ήρθε με άδεια χέρια. Στο αριστερό του χέρι, κρατούσε σφιχτά ένα παλιό περίστροφο, όπως εκείνα τα εξάσφαιρα που κατέκλυζαν κάποτε την άγρια Δύση και τα spaghetti western. Ο Παύλος τρόμαξε τόσο πολύ που κόντεψε να χάσει την ισορροπία του και να πέσει. Τόσο μεγάλη ήταν η ταραχή του. «Τι το θέλει αυτό το προπολεμικό περίστροφο, μέσα στ’ άγρια χαράματα?» σκέφτηκε, όταν τελικά ξαναβρήκε με δυσκολία την ισορροπία του. Παρ’ όλα αυτα, δεν έλεγε να κατέβει με τίποτα από εκείνο το αναθεματισμένο παράθυρο. Πίστευε όμως, πως βρισκόταν ίσως στο πιο κομβικό σημείο της μέχρι τώρα πορείας του και πως ενδεχόμενη υποχώρηση θα σήμαινε δειλία και εκούσια υποταγή στη ζωή και στους νόμους της. Ένοιωθε, πως αν κατέβαινε, η τυχούσα επόμενη απόπειρα του, θα ήταν πολλαπλά πιο οδυνηρή από αυτήν. Όπως ακριβώς και με την έκθεση του ανθρώπινου σώματος στην ακτινοβολία. Ποτέ δεν αποκτάει ανοσία και κάθε φορά γίνεται πιο ευάλωτο…

Ήταν μια εξαιρετικά ψυχοφθόρος διαδικασία για τον Παύλο που τώρα άρχισε να τρέμει. Οι σφυγμοί του είχαν διπλασιαστεί. Ξανακοίταξε τον «Συγγραφέα». Εκείνος, σήκωσε αργά και σταθερά το περίστροφο και τοποθέτησε την κάνη του στον αριστερό του κρόταφο. Μετά, έκλεισε τα μάτια του. Του Παύλου του είχε κοπεί η ανάσα! Δεν μπορούσε να αφομοιώσει με τίποτα αυτό που έβλεπε. «Γιατί θέλει κι αυτός να πεθάνει? Προσπαθεί η ζωή μ’ αυτήν την τραγελαφική εικόνα να μου δώσει κάποιο μήνυμα, που όμως αδυνατώ να αποκρυπτογραφήσω?» είπε από μέσα του. «Όχι! Δεν αντέχω να βασανίζομαι άλλο… Ή τώρα ή ποτέ!» σκέφτηκε, και άφησε να βγει από μέσα του μία αυθόρμητη, πνιχτή κραυγή. Όμως, ακούγοντας το θόρυβο αυτό, ο «Συγγραφέας» άνοιξε απότομα και ασυναίσθητα τα μάτια του. Μόνο τότε πήρε είδηση το μικρό αγόρι που κρεμότανε στο απέναντι παράθυρο και ήταν έτοιμο να πέσει.

Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά. Ο «Συγγραφέας», έδειχνε να ξαφνιάζεται πολύ περισσότερο από τον Παύλο, γεγονός που γιγάντωσε την σύγχυση του τελευταίου. Αφού έμειναν για κλάσματα του δευτερολέπτου σ’ αυτήν την αμήχανη στάση, ο Παύλος έκανε να κινηθεί προς τα έξω. Αμέσως, ο «Συγγραφέας» πετάχτηκε έντρομος προς το δικό του παράθυρο φωνάζοντας:

ΌΧΙ! Τι πας να κάνεις? Είσαι με τα καλά σου?

(συνεχίζεται…)

Advertisements