Αγάπη ως το τέλος (Part 13)

world

(προηγούμενο)

Ο Παύλος δεν πίστευε στ’ αυτιά του! Όμως η φωνή του «Συγγραφέα» είχε έναν τόνο τόσο αυστηρό και προστακτικό, που το νεαρό αγόρι ένοιωσε πως δεν μπορούσε, παρά να υπακούσει πειθήνια. Προσπάθησε πάντως – κυρίως ενστικτωδώς – να αντισταθεί…

Δεν κατάλαβα? Γιατί να μην το κάνω? Και πρώτα απ’ όλα ποιος είσαι εσύ που δίνεις συμβουλές? Εσύ δηλαδή το περίστροφο το έβαλες στο κεφάλι σου για να ξυστείς? είπε, με όσο πιο σταθερή φωνή του επέτρεπε ο εκνευρισμός του.

Είναι προφανές το γιατί. Δεν είσαι σίγουρος γι’ αυτό που πας να κάνεις. Και μόνο το γεγονός ότι αναφέρθηκες στη δική μου απόπειρα, το αποδεικνύει. Ένας ειλικρινής αυτόχειρας είναι τόσο σίγουρος για την πράξη του που δεν τον ενδιαφέρουν οι γνώμες και οι πράξεις των άλλων. απάντησε αμέσως, και με πιο ήρεμη φωνή από πριν.

Το τελευταίο επιχείρημα συνέτριψε τον Παύλο, που δεν είχε κάτσει να αναλογιστεί και πολύ, την παρολίγο αυτοκτονία του. Είχε δράσει αυθόρμητα. Όπως ακριβώς ένοιωθε. Παρόλα αυτά, σαν καλός φιλόσοφος, προσπάθησε να κρύψει τις σκέψεις αυτές από τον παράξενο συνομιλητή του. Αντ’ αυτού, δοκίμασε να τον προκαλέσει.

Και που ξέρεις εσύ και μιλάς με τόση βεβαιότητα για την περίπτωση μου ρε φίλε? Με ξέρεις κι από χτες? Δεν έχεις ιδέα τι περνάω? είπε, μετά από μια σύντομη σιωπή.

Σ’αυτό κάνεις λάθος. Και θα στο αποδείξω! Γι’ αυτό ήρθε η ώρα να κατέβεις από το παράθυρο. Κατέβα λοιπόν, και μην το κουνήσεις από εκεί. Έρχομαι τώρα για να μιλήσουμε. Αλλιώς, θα σηκώσουμε όλη τη γειτονιά στο πόδι. απάντησε, με την πιο φυσική φωνή του κόσμου.

Ο Παύλος κοκάλωσε. Περίμενε ν’ ακούσει εκατομμύρια απαντήσεις, αλλά σίγουρα όχι αυτή. «Ποιος νόμιζε ότι ήταν αυτός ο μυστηριώδης τύπος? Ο Θεός?». Παρόλο όμως που δεν δεχόταν προσταγές από κανένα – πόσο μάλλον από έναν ξένο – είχε μείνει άγαλμα στη θέση του, υπακούοντας τυφλά στις διαταγές που μόλις είχε πάρει. Όπως ακριβώς ένας πατριώτης στρατιώτης ή ένας “βαμμένος” κομματικός υποστηριχτής. Επίσης, ένα άλλο παράδοξο στην όλη ιστορία, ήταν ότι η σταθερότητα της φωνής του «Συγγραφέα» με την οποία και του ξεστόμισε τα τελευταία λόγια, έμοιαζε απόλυτη και ειλικρινής. Σαν να επρόκειτο για κάποιον σοφό της αρχαιότητας του οποίου η λευκή γενειάδα ήταν τόσο μακριά που – εκτός από το πάτωμα – ήταν έτοιμη να καθαρίσει τα πνευματικά σκουπίδια από τη σκέψη των κοινών θνητών.

Αλλά για να απονείμουμε και τα του καίσαρος τω καίσαρι, ο Παύλος είχε μόλις αποκτήσει μια νέα ελπίδα. Έναν νέο στόχο. Δηλαδή να γνωρίσει από κοντά αυτόν τον περίεργο άνθρωπο. Μάλιστα, ίσως αυτή η γνωριμία να τον οδηγούσε κάπου. Άλλωστε, δεν είχε τίποτα να χάσει. Μέχρι πριν από λίγο σκεφτόταν να πεθάνει. Αυτό τα έλεγε όλα…

Κοίταξε το απέναντι δωμάτιο. Ο «Συγγραφέας» είχε ήδη φύγει και πιθανότατα κατευθυνόταν προς το σπίτι του. «Απίστευτο», σκέφτηκε. «Δεν τον ένοιαξε καν το γεγονός ότι θα μπορούσε να αναστατώσει τους γονείς μου», είπε με έκπληξη αλλά και ένα συγκεκαλυμμένο ενδιαφέρον και κατέβηκε επιτέλους από το παράθυρο.

Μέσα στο δωμάτιο αντήχησε η βαριά φωνή του τραγουδιστή των Κρίνων, Θάνου Ανεστόπουλου…

Σαν να ‘ταν χτες,

τα λόγια της φοβέρας

Ότι θα φύγεις μακριά.

Κουράστηκα και πέθανα,

Δεν έψαξα πουθενά.

Ο Παύλος δεν κατάφερε να αντισταθεί στη ειρωνεία της στιγμής και ένα αχνό μειδίαμα έκανε τη δειλή εμφάνιση του στα χείλια του. Το χαμόγελο αυτό, ήταν στη ουσία επισφράγισμα μιας σχεδόν ερωτικής σχέσης πάθους που ξεκινούσε ανάμεσα σ’ εκείνον και στην υποβλητική μουσική των Διάφανων Κρίνων. Το κουδούνι χτύπησε διακριτικά. Ο Παύλος δίστασε για μία στιγμή, αλλά τελικά πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα…

(συνεχίζεται…)