Αγάπη ως το τέλος (Part 14)

surreal-face_fem_man_perspective_50

(προηγούμενο)

Ανοίγοντας, αντίκρυσε την πανύψηλη γνώριμη σιλουέτα του άντρα εκείνου, που μέχρι πρότινος έβλεπε μόνο από απόσταση είκοσι μέτρων. Με την παρουσία του τελευταίου, μια αποπνιχτική μυρωδιά κατέκλυσε το σπίτι. Για μια στιγμή ο Παύλος σάστισε. Ο γείτονας του έδειχνε και από μακριά ότι έχει το κακό του το χάλι, αλλά από κοντά έδειχνε ακόμα χειρότερα! Οι μικρές, αλλά ουσιώδεις λεπτομέρειες, έπαιζαν τον καθοριστικό τους ρόλο. Η γενικότερη όψη του, πρόδωσε μια μάλλον εχθρική στάση απέναντι σε όλα τα ξυριστικά είδη. Επίσης, όχι μόνο είχε ‘αιώνες’ να ακουμπήσει λεπίδα στο πρόσωπο του, αλλά και κάθε τρίχα πάνω του έδειχνε να έχει τη δική της αυτόνομη προσωπικότητα, καθώς εκτεινόταν προς κάποια τυχαία και ανεξάρτητη κατεύθυνση, αδιαφορώντας παντελώς για τον προσανατολισμό των υπολοίπων. Όσο για τα ρούχα του: μια απλή ριχτή μαύρη μάλλινη μπλούζα και ένα κλασικό ξεβαμμένο τζην. Και τα δύο, ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Αυτό το τελευταίο, εξηγούσε και την περίεργη μυρωδιά που είχε πλημμυρίσει το σπίτι. Ιδιαίτερα το τζην, είχε ήδη αρχίσει να κιτρινίζει στα γόνατα, γεγονός που προκάλεσε την αποστροφή του νεαρού εφήβου.

Αν δεν τον παρακολουθούσε τόσες μέρες από το παράθυρο του, ο Παύλος θα ορκιζόταν ότι ο τύπος που στεκόταν στην πόρτα του, το είχε σκάσει από κάποιο άσυλο ή ακόμα χειρότερα, είχε καταφέρει να επιβιώσει από κάποιο ναυάγιο και ήρθε να ζητιανέψει ένα κομμάτι ψωμί για να ξεγελάσει την πείνα του. Οι σύντομες και σχεδόν υποσυνείδητες αυτές σκέψεις του, διακόπηκαν απότομα όταν ξαφνικά και χωρίς να ζητήσει καμία άδεια, ο «Συγγραφέας» όρμισε φουριόζος και ανήσυχος μέσα στο σπίτι του Παύλου.

«Γεια», του είπε βιαστικά, με την ήπια, σταθερή, ελαφρώς μπάσα και βαθειά φωνή του. Σαν να ξεπήδησε ο τραγουδιστής των Κρίνων μέσα από το στερεοφωνικό και να βρέθηκε, σαν σε όραμα, ολοζώντανος μπροστά του. Ασυναίσθητα, ο Παύλος αφουγκράστηκε το περιβάλλον του. «Φαρμακωμένη εσύ…» ακούστηκε από το δωμάτιό του και εξέπνευσε δυνατά, σε μία προσπάθεια να αποβάλλει από πάνω του, τη σύγχυση που είχε κυριέψει το μυαλό του.

Το όνομα μου είναι Αρ…,

Για μισό λεπτό! τον διέκοψε απότομα ο Παύλος, που είχε αρχίσει σταδιακά να συνέρχεται. Πως κατάφερες και βρήκες το διαμέρισμα μου?

Χμμμ… κοντοστάθηκε για λίγο. Δεν ήταν τόσο δύσκολο. Κατ’ αρχήν, η εξώπορτά σας κάτω, είναι χαλασμένη. Κατά δεύτερον, μένεις έναν όροφο ψηλότερα από μένα, άρα στον τρίτο. Επίσης, στον όροφο αυτό υπάρχουν δύο διαμερίσματα. Συνεπώς είχα 50% πιθανότητα επιτυχίας να σε πετύχω. Οπότε στάθηκα, μάλλον κάπως τυχερός… Είπε, χωρίς να φαίνεται να πολυπιστεύει την τελευταία φράση του.

«Άντε πάλι αυτές οι πιθανότητες», σκέφτηκε ο Παύλος, «Παντού με κυνηγάνε». Ύστερα, αφού έδιωξε από πάνω του τα ενοχλητικά αυτά δαιμόνια, τον ρώτησε:

Ποιος είσαι? Χωρίς φυσικά να κρύψει το παραμικρό ίχνος από την τεράστια περιέργεια που τον διακατείχε.

Το όνομα μου είναι Αριστοτέλης. Μπορείς να με φωνάζεις Άρη άμα ‘θες.

Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Ο Παύλος υποσυνείδητα, του έδωσε πίστωση χρόνου, ώστε να ολοκληρώσει την αυτό-παρουσίαση του. Για κακή του τύχη όμως, ο «Συγγραφέας» (ή μάλλον ο Άρης), είχε πει ότι ήθελε να πει. Έτσι, αναγκάστηκε να σπάσει την κάπως αμήχανη σιωπή τους.

Μάλιστα… Εμένα με λένε Παύλο. Και αφού αντάλλαξαν μία σύντομη χειραψία, κάθισαν και οι δύο στον καναπέ του σαλονιού.

Λοιπόν Παύλο, γιατί ακριβώς, θέλεις να πεθάνεις? Τον ρώτησε αμέσως, αυξάνοντας την ήδη τεράστια αμηχανία που ένοιωθε το αγόρι.

Ποιος ήταν πια αυτός ο ξένος που μπούκαρε απρόσκλητος στο σπίτι του και τώρα σαν μπάτσος της ψυχής του, του έκανε ανάκριση? Αλλά έτσι απογοητευμένος και ψυχικά κουρασμένος που ήταν, αποφάσισε να δεχτεί αυτήν την πρόκληση. Τουλάχιστον αυτή σε αντίθεση με τον θάνατο, έδειχνε να διαθέτει δρόμο επιστροφής. Η μήπως όχι?

Ερωτική απογοήτευση! Απάντησε με σιγουριά, κουνώντας με νόημα το κεφάλι του, όπως ακριβώς κάνει ένας άντρας απέναντι σε άντρα, περιμένοντας κατανόηση.

Όχι, δεν σε ρώτησα για την αφορμή. Σε ρώτησα για την αιτία που σε οδήγησε στην απόπειρα, απάντησε χωρίς ίχνος της κατανόησης που προσδοκούσε ο Παύλος.

Εεεε… Βασικά δεν είναι τόσο απλό. Θα σου εξηγήσω. Αλλά δε σε ρώτησα… Θα πιεις κάτι?

(συνεχίζεται…)