Αγάπη ως το τέλος (Part 22 – Final Part)


rejection

(προηγούμενο)

Ο Παύλος είχε την τρομακτική βεβαιότητα, ότι το άτομο που βρισκότανε απέναντι του, δεν ήταν παρά ο ίδιος του ο εαυτός. Αλλά το παράξενο δεν ήταν ότι δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για αυτην την αλλόκοτη εξήγηση, όσο το ότι οι λυγμοί του μεγαλόσωμου άντρα που ολοένα και πύκνωναν, άρχισαν να χάνουν την αντρική τους χροιά και να μετατρέπονται σε γυναικείους σπαραγμούς…

Αριστέα???

————

Δίπλα στο δωμάτιο της εντατικής μονάδας του κρατικού νοσοκομείου της Αθήνας, όπου ο Παύλος νοσηλευόταν σε κομματώδη κατάσταση, η Αριστέα δεν άντεξε και ξέσπασε σε αναφιλητά. Απαρηγόρητη και μόνη, αρνιόταν κατηγορηματικά να απαντήσει στις απεγνωσμένες κλήσεις των γονιών του Παύλου, που μόλις είχαν ειδοποιηθεί. Ήταν τουλάχιστον δύο ώρες μακριά. Στη σκέψη τους και μόνο, οι ήδη απεριόριστες τύψεις που την είχαν κυριεύσει, πολλαπλασιάζονταν. Από το προηγούμενο βράδι – όταν και αντίκρυσε το απερίγραπτα φρικτό θέαμα έξω από το σπίτι του Παύλου – η Αριστέα βρισκόταν σε τρομακτική σύγχυση. Και να σκεφτεί κανείς, ότι αυτή η απροσδόκητη επίσκεψη της, στόχευε στο να λειτουργήσει καταπραϋντικά και να δώσει κάποια αίσθηση υγιούς ολοκλήρωσης. Ειρωνεία! Η Αριστέα μονολογούσε ασταμάτητα: «Αν είχα φτάσει πιο νωρίς…», σκεφτότανε συνεχώς. «Μα πάλι πώς μπορούσα να γνωρίζω?», συνέχιζε. «Δεν έχει σημασία! Έπρεπε να το περιμένω και να φτάσω πιο νωρίς!», κατέληγε και επαναλάμβανε από την αρχή αυτή τη θλιβερή εσωτερική στιχομυθία. Δεν ήθελε με τίποτα να συγχωρέσει τον εαυτό της. Ήταν ακόμα πολύ νωρίς…

«Ο τραυματισμός από το πέσιμο ήταν πολύ σοβαρός» είχε πει ο γιατρός… Όλα του τα ζωτικά όργανα είχαν πειράχθεί. Ακόμα κι αν καταφέρνανε να τον σώσουνε υπήρχε πολύ μεγάλη πιθανότητα να παραμείνει ‘φυτό’. Ειδικά αυτές οι τελευταίες σκέψεις, είχαν κατακλύσει το μυαλό της νεαρής έφηβης, που δεν μπορούσε πια να σταματήσει το βουβό σπαρακτικό της κλάμα. Η εικόνα ήταν τραγική. Γιατροί να πηγαινοέρχονται μέσα στο θάλαμο της εντατικής σαν παλαβοί. Φορεία να περνάνε απέξω τρέχοντας. Το κινητό της Αριστέας να χτυπάει αδιάκοπα από τις δικαιολογημένες κλήσεις των γονιών που προσπαθούσανε να μάθουνε νεότερα για το γιο τους. Η Αριστέα να μην έχει τη δύναμη να απαντήσει…

Κάποια στιγμή, η νεαρή κοπέλα σήκωσε το κεφάλι της για να σκουπίσει το υγρό πρόσωπό της, όταν αισθάνθηκε μία παράξενη ηρεμία να την κατακλύζει. Όλα γύρω της πάγωσαν. Το κινητό σταμάτησε να χτυπάει. Τα φορεία έπαψαν να πηγαινοέρχονται στους διαδρόμους. Οι χειρούργοι διέκοψαν τις προσπάθεις τους για να πάρουν μία ανάσα. Ύστερα μία δεύτερη… Ύστερα μία τρίτη… Κι έπειτα, ένας ένας, άρχισαν να εγκαταλείπουν αμίλητοι το χειρουργικό δωμάτιο. Κι η Αριστέα σταμάτησε να κλαίει. Δεν ήξερε γιατί. Απλώς σταμάτησε… Για εκείνη και μόνο τη μαγική στιγμή, κυριαρχούσε αποκλειστικά ή γαλήνη. Ήταν η στιγμή μετά από τη δυνατή έκρηξη και πριν από τη μεγάλη καταιγίδα. Η στιγμή που η Ύπαρξη αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην αρχή και το τέλος της, φλερτάροντας με την απόλυτη ισορροπία. Τότε που η πλάση αποτείνει φόρο τιμής και ταυτόχρονα υποκλίνεται στο ίδιο της το μεγαλείο. Η στιγμή του θανάτου ενός αγαπημένου…

(Τέλος)

Αρχή

time-alone