Διαύγεια

woman

Την ημέρα που συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από μένα, έπαψα να αισθάνομαι μοναξιά. Αλλά καμία τέτοια αυτογνωσιακή δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να με προσπεράσει αναίμακτα. Έτσι, άρχισα για πρώτη φορά να κυριεύομαι από τη διαπεραστική οσμή της Ανίας. Και ευθύς συνετρίβην σαν αρχάριος!

Οι μέχρι πρότινος απάτητοι οσφρητικοί μου υποδοχείς, άρχισαν να τρεκλύζουνε στη θέα αυτής την θρυλικής πρόξενου της Στάσιμότητας, και ένας ένας άρχισαν να λιποθυμούν νικημένοι. Η διάνοια μου πάγωσε και το μουδιασμένο φρούριο του μυαλού μου κατέρρευσε κι εκείνο ακυβέρνητο. Έμεινα λοιπόν μισοπεθαμένος να πληρώνω το ύψιστο τίμημα της ελεύθερης βούλησης. Μονάχα κάτι άρρυθμοι χτύποι έμειναν πίσω να μου θυμίζουν ότι ακόμα και η βαρυγκομιά μετράει για ανάσα… Ένα τικ… Δύο τακ… Παύση… Κι άλλο τικ… Ζω… Ζω… Ζω? Ζω…

Αλλά το τσιράκι αυτής της κίβδηλης θεάς, έκανε το μοιραίο λάθος να μη με εξοντώσει όταν είχε την ευκαιρία. Αυτό το θλιβερό αποτύπωμα του θανάτου στον κόσμο των ζωντανών, δεν είχε τη δύναμη να μου δώσει τη χαριστική βολή. Έτσι, κατάφερα επιτέλους κάποτε να ξυπνήσω από το λήθαργο. Οι ανυπόφορες παγιωμένες μονάδες που με πλαισίωναν, έδωσαν τη θέση τους στη φλόγα του αναλώσιμου συνόλου. Γονάτισα οικτρός ερωμένος των ανθρώπων, αλλά σηκώθηκα κολοσσιαίος Εραστής της ανθρωπότητας. Της μονάδικης αντάξιας ερωμένης για το ανυπέρβλητο Είναι μου…

Από τότε σκοτώνω χωρίς ενοχές κάθε ανιαρό και σάπιο δεσμό με τα αμόλυντα ή αραχνιασμένα πρόσωπα που συναντώ. Ταράζω τα νερά της εξοντωτικά γαλήνιας θάλασσας της Συνήθειας. Με χαμόγελο, δάκρυ, φωνές ή τη σιωπή μου, δεν έχει σημασία. Η δολοφονία είναι η μεγαλύτερη έκφραση της αληθινής αγάπης. Αλλά είναι ταυτόχρονα και η πιο επίπονη. Πρώτα απ’ όλα για εμένα τον ίδιο. Όμως, όλα τα εμπόδια στο δρόμο για την Ακινησία πρέπει να εξοντωθούν χωρίς δεύτερη σκέψη.

Εξ’ άλλου, η Ευτυχία επιλέγεται, δε συμβαίνει από μόνη της…

Προηγούμενο 

    

Δρόμος

nothing and everything

Αφετηρία: Aκινησία

Στάση πρώτη: Γραφείο χειραφέτησης και αποκλήρωσης γονέων

Στάση δεύτερη: Υψικάμινος λαβάρων και εθνικών συμβόλων

Στάση τρίτη: Νεκροταφείο θεών και αντίθεων

Στάση τέταρτη: Εκτελεστικό απόσπασμα πολιτικών και άλλων χρωματισμένων ομάδων

Στάση πέμπτη: Συνεργείο κατεδάφισης συνόρων και εθνοφρουρών

Τελευταία στάση: Εργοστάσιο καθρεφτών

Προορισμός: Ακινησία

Επόμενο 

Μαραζώ

Languish in Anguish by ChrissieCool

Δε σε ξέρω. Ούτε σ’ έχω δει ποτέ. Δεν ξέρω καν πώς σε λένε. Αλλά δεν έχει καμία σημασία. Εγώ πάντα θα σε αποκαλώ “Μαραζώ” όπως τα αναρίθμητα μισοτελειωμένα ορνιθοσκαλίσματα που αφήνεις στα παγκάκια προτού σε προλάβουν τα τρένα και τα λεωφορεία…

Κι όμως σε γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα. Είσαι η κόρη που έρχεται απρόσκλητη τις πιο ακατάλληλες ώρες. Αυτή που εισχωρεί βίαια από τις χαραμάδες της διάτρητης πορείας μου ζητιανεύοντας το ανήσυχο βλέμμα του νου μου. Είσαι ο ξενιστής, που με την ακόρεστη πείνα του Ερυσίχθονα, αποζητά την εφήμερη προσοχή και τις ξεφτισμένες πνοές των υποψήφιων θυμάτων του.

Είσαι απελπισμένη. Είσαι έτοιμη να ξεγυμνωθείς μπροστά μου προκειμένου να με γοητεύσεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη, μου προβάλλεις το σκουριασμένο από την μοναξιά κορμί σου, και μου απλώνεις το χέρι. Ύστερα, μου ψιθυρίζεις γλυκά στ’ αυτί ότι μοιάζουμε. Πόσο λάθος κάνεις! Συγχέεις τη μοναξιά με την μοναχικότητα και την εκούσια απομόνωση. Τα άδεια κιβώτια με το βάθρο της αυτογνωσίας. Τα αχαλίνωτα “θέλω” με το θεμελιώδες “είμαι”. Τη Στασιμότητα με την Ακινησία.

Σε νοιώθω, σε καταλαβαίνω και σε συμπονώ αλλά δε σε λυπάμαι. Είναι νωρίς ακόμα. Ούτε σε αγαπώ. Τουλάχιστον όχι περισσότερο ή λιγότερο απ’ όσο αγαπώ ότι κινείται μέσα μου και γύρω μου. Μη γελιέσαι. Δε γίνεται να νοιάζεσαι ιδιαίτερα για κάποιον, χωρίς αυτό να είναι σε βάρος των υπολοίπων. Γι’ αυτό και μην προσπαθείς μάταια να με εκμαυλίσεις για να καλύψεις το απέραντο κενό που κατοικεί μέσα σου. Μη μου ζητάς να σ’ αγαπώ διπλά. Είναι πιο απλό ν’ αρχίσεις ν’ αγαπάς τη “Μαραζώ”…

Προηγούμενο

Ελπίδα

hope

Η Ελπίδα δεν πεθαίνει τελευταία. Αυτή η σκύλα δεν πεθαίνει ποτέ. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν διαθέτει τόσους πολλούς οπαδούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης? Εγωιστικά γουρούνια που πασχίζουν χωρίς προσπάθεια να καρπωθούν ότι δεν τους ανήκει. Φτηνούς εραστές της Στασιμότητας που τα περιμένουν όλα στο πιάτο. Στυγνούς εγκληματίες της ίδιας της Ύπαρξης που επιλέγουν να ευχηθούν από το να ζήσουν. Κινούμενα πτώματα που σέρνονται στο πάτωμα και εκλιπαρούν κάποια αόριστη δύναμη να τα σηκώσει. Προσκυνητές του τίποτα που το νομίζουν για κάτι. Κίβδηλοι δημιουργοί των ανύπαρκτων θεών και αληθινοί καταστροφείς των υπαρκτών ανθρώπων…

Όμως κι αυτή με τη σειρά της, ανταποδίδει τη χάρη σ’ όλους εκείνους τους αδύναμους που την ακολουθούν. Ναρκώνοντας τις συνειδήσεις τους, τους χαρίζει την εύθραυστη αίσθηση της γαλήνης που πηγάζει απο την απραξία. Στη συνέχεια, οδηγεί το νεκρικό χορό γύρω από την ταφόπλακα της ελεύθερης σκέψης με το πρόσχημα της εξάλειψης του πόνου. Φυσικά, οι φυγόπονοι και δειλοί οπαδοί της, αποδέχονται το ‘δώρο’ της με χαρά. Τι θλιβερή ειρωνεία! Ξεπουλάνε ως αγκάθι, το μοναδικό πράγμα που αποδεικνύει ότι είναι ζωντανοί, για να μπορέσουν να συνεχίσουν να σαπίζουν απερίσπαστοι.

Δεν έχουνε καν το θάρρος του αυτόχειρα. Εκείνου δηλαδή, του οποίου η αδυναμία κατασκευάζει αδιέξοδα που τον αποτρέπουν από κάθε μορφή κίνησης και ζωής. Αφού λοιπόν δεν μπορεί να συνεισφέρει άμεσα στην πορεία προς το φυσικό Τέλος και την Ακινησία, θέτει μοιραία ένα τεχνητό. Τουλάχιστον αυτός, επιστρέφει πίσω στη Φύση όπου και γίνεται σπόρος δημιουργίας μιας νέας ζωής, αντί να μολύνει την ανθρωπότητα με την πνευματική λέπρα που προκαλεί η αναμονή για το Μάννα εξ’ ουρανού. Συμμετέχει δηλαδή έμμεσα στην πορεία προς το ιερό Τέλος της ανθρωπότητας θυσιάζοντας τον σκάρτο του εαυτό. Γι’ αυτό και του βγάζω το καπέλο. Όχι γιατί ήταν αδύναμος, αλλά γιατί αρνήθηκε να ζήσει ως τέτοιος.

Η Ελπίδα οδηγεί στο παρελθόν. Ελπίζεις μόνο για ότι έχεις ξαναδεί. Διαφορετικά δεν ελπίζεις αλλά φαντάζεσαι. Και μόνο όποιος φαντάζεται, μπορεί να κινείται, να δημιουργεί, και να μας οδηγεί στο μέλλον σύμφωνα με την φυσική τάξη των πραγμάτων. Ο χρόνος δε γυρνάει προς τα πίσω. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο…

Προηγούμενο

Ρώτησα τους ‘μεγάλους’…

wisdom-forest

…για πιο λόγο να ξυπνήσω αύριο το πρωί:

O Nietzsche μου είπε: «Για να γίνεις πιο δυνατός».

Ο Καζαντζάκης μου είπε: «Για να γίνεις πιο ελεύθερος».

O Αρχιμήδης μου είπε: «Για να μάθεις να διαβάζεις τη φύση».

Ο Dali μου είπε: «Για να χλευάσεις με στυλ όλους τους ανόητους».

Ο Hawking μου είπε: «Διότι δεν μπορεί να μην έχεις περιέργεια να δεις τι θα γίνει αύριο»

Ο Πλάτωνας μου είπε: «Για να αφυπνήσεις τις αιώνιες αλήθειες που κατοικούνε μέσα σου».

Ο Hitler μου είπε: «Γιατί ο κόσμος σου ανήκει».

Ο DaVinci μου είπε: «Γιατί να ξυπνήσεις? Σκοπεύεις να κοιμηθείς?».

Ο Καρυωτάκης μου είπε: «Για να έρθεις μια μέρα πιο κοντά στο θάνατο».

Ο Mozart μου είπε: «Για να συνθέσεις την ημέρα σε λα δίεση».

O Αριστοτέλης μου είπε: «Για να ανακαλύψεις την απλότητα που σε περιτριγυρίζει».

Ο Einstein μου είπε: «Διάβασε ένα απο τα εκατομμύρια μπλουζάκια που έχουνε τυπώσει με τη φάτσα μου. Όλο και κάτι ενδιαφέρον θα βρεις…»

Ο Marx μου είπε: «Για να επαναστατήσεις ενάντια στην υπεραξία».

Ο Gandhi μου είπε: «Για να πολεμήσεις υπέρ της ειρήνης».

Ο Dostoyevsky μου είπε να τον αφήσω ήσυχο.

Η Υπατία μου είπε: «Γιατί γυναίκες σαν και μένα υπάρχουν ακόμα εκεί έξω».

Ο Νεύτωνας μου είπε: «Διότι τα νερά δεν μπορούν να σε ταράξουνε, αν δεν τα ταράξεις εσύ πρώτος».

Ο Μέγας Αλέξανδρος μου είπε: «Για να επιβάλλεις το μεγαλείο σου».

Ο Ιούλιος Καίσαρας μου είπε: «Οι μέρες σου μέχρι την εσχάτη προδοσία είναι μετρημένες. Μην τις αφήσεις να πάνε χαμένες».

Ο Jack Bauer μου είπε: «Γιατί σου το επιτρέπω».

O Iπποκράτης μου είπε: «Για να γιατρέψεις τις πληγές του χτές».

Ο Σωκράτης μου είπε: «Εσύ γιατί πιστεύεις?»

Ο Ναπολέων μου είπε: «Για ν’ αποφασίσεις τι είσαι τελικά. Βασιλιάς ή πιόνι?».

Ο Che μου είπε: «Για να συνεχίσεις να ταξιδεύεις».

Ο Ευριπίδης μου είπε: «Για να αφήσεις πίσω το μανδύα της δειλίας».

Ο Έκο μου είπε κάτι, αλλά δεν έδωσα σημασία.

Ο Gödel μου είπε: «Γιατί υπάρχουν αληθείς και μη αποδείξιμες προτάσεις. Η ομορφιά της ζωής ίσως είναι μία από αυτές».

Ο Αριστοφάνης μου είπε: «Για να ρίξεις μια ματιά γύρω σου και να ξεραθείς στα γέλια».

Ο Άσιμος μου είπε: «Για ν’ ανακατώσεις το κοινωνικό κατεστημένο».

Ο Freud μου είπε: «Για να καταγράψεις όλες εκείνες τις μαγικές ιστορίες που σου ψιθυρίζει καθημερινά ο παρδαλός άγρυπνος φύλακας που κατοικεί μέσα στο κεφάλι σου».

Ο Παράφρονας μου είπε: «Πήγαινε να ρωτήσεις τον καθρέφτη σου».

Η Ακινησία δε μου είπε τίποτα.

…της χάρισα λοιπόν απλόχερα όλη μου την προσοχή…

Σφαγή

wolf_fight_by_nikkiburr

Ο μεγαλύτερος μου εχθρός δεν είναι και τόσο μεγάλος… Διαφορετικά θα είχα αυτοκτονήσει από καιρό. Παρ’ όλα αυτά, σε καμία περίπτωση δεν είναι μικρός. Αλλιώς, θα ζούσα για πάντα. Ο μεγαλύτερος μου εχθρός είναι στο κατάλληλο μέγεθος. Ίσα που να μην μπορεί να επικρατήσει ποτέ κανένας από τους δυο μας. Ταυτόχρονα, είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Εκείνος, έχει την παράξενη ιδιότητα να δυναμώνει κάθε φορά που βελτιώνομαι, κι εγώ, έχω την παράξενη ιδιότητα να αποδυναμώνομαι κάθε φορά που παραπατάει. Έτσι, είμαστε καταδικασμένοι να αντιμαχόμαστε για πάντα. Είμαστε ελεύθεροι να πολεμάμε ως την αιωνιότητα. Είναι ότι πιο κοντινό υπάρχει σε μένα τον ίδιο. Γι’ αυτό και τον αγαπάω άνευ όρων. Γι’ αυτό και τον μισώ θανάσιμα…

Ο μεγαλύτερος μου εχθρός με συνέστησε για πρώτη φορά στην Μ. Την ερωτεύθηκα σφόδρα από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσα. Δεν έφερα καμία αντίσταση. Η Μ είναι μία από τις δύο γυναίκες που είναι αδύνατο να αποβάλλεις από πάνω σου, ακόμα και αν προσπαθήσεις σκληρά. Είναι παρούσα σε κάθε νέο “έρωτα” και κάθε νέα “αγάπη”, για να σου θυμίζει τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να τις βάζεις σε εισαγωγικά. Η άλλη γυναίκα που έχει αυτή την ιδιότητα ονομάζεται επίσης Μ και συχνά συγχέεται με την πρώτη παρόλο που είναι κίβδηλη. Η βασική τους διαφορά έγκειται στον αντίκτυπο που έχουν πάνω στους ανθρώπους. Η μία σε μετατρέπει σε πανίσχυρο πολεμιστή ενώ η άλλη σε αισχρό επαίτη. Ο μεγαλύτερος μου εχθρός το γνώριζε καλύτερα από τον καθένα αυτό και παρόλα αυτά επέλεξε την αληθινή Μ. Αλλά μου έδωσε μόνο έναν τρόπο να του ξεπληρώσω αυτή τη χάρη. Κι αυτό δεν πρόκειται να του το συγχωρήσω ποτέ. Τουλάχιστον όχι πριν συναντήσω την Ακινησία

Από τη μέρα που γνώρισα τη Μ, άρχισα να γιγαντώνομαι. Φυσικά, αυτό σήμαινε ότι παρέα με μένα γιγαντωνόταν μοιραία κι εκείνος. Έτσι, οι μέχρι πρότινος ξεψυχισμένοι διαπληκτισμοί μας, μετατράπηκαν σε κολοσσιαίες τιτανομαχίες. Του χάρισα δηλαδή μία σύγκρουση χωρίς προηγούμενο. Κι επειδή η Ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας ενδελεχής πόλεμος χωρίς νικητές και χαμένους, αυτός είναι και ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο τον ξεπληρώνω μέχρι και σήμερα. Δεν είναι όμως ο μόνος που επωφελείται από αυτή τη διαμάχη για την οποία είμαστε συνυπεύθυνοι. Αυτός ο πόλεμος μου δίνει πνοή όπως δεν έχει τολμήσει ποτέ να μου προσφέρει κανένας. Κι ο μεγαλύτερος μου εχθρός έχει τεράστιο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτό. Ο μεγαλύτερος μου εχθρός είναι ο λόγος για τον οποίο εξακολουθώ να υπάρχω. Ο μεγαλύτερος μου εχθρός είναι ο μεγαλύτερος μου φίλος…

(Picture: «Wolf Fight» by nikkiburr)

Προηγούμενο

Φλυαρία

silence-art

Γύρω μου, ο «κόσμος» έχει πάψει να μου μιλάει προ πολλού. Αλλά δεν το ξέρει ακόμα. Δεν το νοιώθει ακόμα. Ούτε το καταλαβαίνει ακόμα. Προπαντός όμως, δεν θέλει να το συνειδητοποιήσει ακόμα… Έτσι, κάθε φορά που ανακατεύονται μοιραία οι δρόμοι μας, σπάει τα χαλινάρια της κάτω σιαγόνας και παραδίνεται στη δίνη την ακατάπαυστης φλυαρίας του. Με το που με βλέπει, αρχίζει να ανοιγοκλείνει το στόμα και να αραδιάζει τις γνωστές ασυναρτησίες. Δεν χάνει ούτε δευτερόλεπτο. Ούτε αλλάζει ποτέ το τροπάρι του. Μοναχά μου παπαγαλίζει τις ίδιες – κάθε φορά – αρλούμπες: Δόξα, Εξουσία, Επιτυχία, Ευτυχία, Ικανοποίηση… Καμία φαντασία! Μόνο στυγνή επανάληψη. Κι η επανάληψη είναι μήτηρ της μονοτονίας. Αυτής που μας οδηγεί στην Στασιμότητα…

Πόσο εύχομαι να άφηνε τους φθόγγους να ξεκολλάνε τυχαία από το λαρύγγι του! Τότε τουλάχιστον, οι σχηματιζόμενες λέξεις θα μπορούσαν να συνεχίσουν ελεύθερα το ταξίδι τους και να προσβάλλουν ανενόχλητες τις πρώτες ακουστικές οδούς που θα τους έκλειναν το δρόμο. Ω τι τρομερή σφαγή που θα ακολουθούσε! Ηδονίζομαι και μόνο στην εικόνα μιας τέτοιας αναμέτρησης ανάμεσα στο χάος και τη διάνοια. Φαντάζομαι την σκληρή και ανελέητη μάχη των δύο πλευρών να προσπαθούν μέχρις εσχάτων να επικρατήσουνε. Δεν θα είχανε άλλη επιλογή… Θα παλεύανε για το είναι τους. Θα παλεύανε για την ύπαρξη την ίδια. Δεν θα ήταν απλά, μία ακόμη μάχη ταυτότητας. Θα ήταν μία μάχη συνείδησης. Τι όμορφος πόλεμος! Καμία βαρετή επανάληψη… Καμία μονοτονία…

Το λοιπόν, τ’ αυτιά μου έχουν πιάσει αράχνες. Δυσκολεύομαι πια να διακρίνω τις κοσμικές κραυγές. Έχω πλέον αποκτήσει ανοσία στον συνηθισμένο εγωκεντρικό ανθρώπινο ήχο. Έναν ήχο που ικετεύει για προσωπική ανάπτυξη, σωματικοπνευματική τελειότητα και ψυχική αθανασία. Έναν ήχο που παρακαλάει για επικράτηση της ατομικότητας. Έναν ήχο που αψηφά την ενιαία Ύπαρξη. Έναν ήχο, νεκρώσιμο εμβατήριο…

Παρόλα αυτά, δεν διαμαρτύρομαι. Οι συνηθισμένοι ήχοι αποβάλλονται ευκολότερα. Και κάθε ακουστικό μου μέσο θα πρέπει να εξαγνιστεί για να συνεχίσω παρακάτω. Κάθε υποκειμενικός περισπασμός θα πρέπει να απομονωθεί και να διατηρηθεί μακριά μου. Κάθε προσωπική μου εντύπωση, θα πρέπει να θανατωθεί. Μόνο τότε θα καταφέρω να ακούσω την εκκωφαντική σιωπή που προκαλεί η φυσική αρμονία. Μόνο τότε θα καταφέρω να βιώσω την αέναη συμπαντική σύγκρουση που οδηγεί στη συνέχεια. Μόνο τότε θα έρθω ένα βήμα πιο κοντά στην Ακινησία…

Προηγούμενο

Παράπονο

rejection1

Η Απόρριψη με λατρεύει. Αλήθεια. Εγώ προσπαθώ συνεχώς να την διώξω την παλιο-καριόλα, αλλά εκείνη επιμένει. Ηδονίζεται από την προκλητική αναρχική παραφροσύνη μου και δεν με αφήνει σε χλωρό κλαρί. Μου χαρίζεται απλόχερα σε κάθε ευκαιρία. Θέλει να με κάνει δικό της. Μόνο τότε θα ησυχάσει. Όταν θα μπορεί ανενόχλητη να οδηγεί την άρρυθμη και σουβλερή ανάσα της πάνω σε κάθε αίσθηση γονιμότητας που προσπαθεί να κάνει την εμφάνιση της, στην αυτοκρατορία της φαντασίας μου. Όταν θα είναι πλέον σε θέση να τρέφεται έως την αιωνιότητα, από την αστείρευτη πηγή της δημιουργικότητας μου. Βέβαια, αυτό δεν είναι παράλογο. Μπορεί να είναι φοβερά ενοχλητικό αλλά δεν είναι παράλογο. Όποιος γοητεύεται και μαγνητίζεται από κάθε μορφής νέα εμπειρία, αποτελεί πρόσφορο έδαφος γι αυτήν.

Ίσως γι’ αυτό να με επέλεξε. Όταν είσαι ξενιστής και ζεις παρασιτικά όπως η Απόρριψη, έχεις την ανάγκη να μολύνεις με την δηλητηριώδη ύπαρξη σου, εκείνους που είναι πραγματικά σε θέση να σε θρέψουν. Για όσο περισσότερο καιρό γινέται. Αλλιώς θα πρέπει να βρίσκεσαι σε συνεχή αναζήτηση θηράματος. Κι η Απόρριψη δεν το θέλει αυτό. Κανείς δεν το θέλει αυτό. Η Απόρριψη προσπαθεί να μιμηθεί την Ακινησία και να βρει γαλήνη. Όλοι προσπαθούν να μιμηθούν την Ακινησία ακόμα κι αν δεν το παραδέχονται. Και την πληρώνω εγώ!

Προηγούμενο

Η μεγάλη Ακινησία

aposynthesh1

Η Ακινησία με λατρεύει. Ψέμματα. Εγώ την λατρεύω, όχι αυτή. Αυτή δεν δίνει δεκάρα για οτιδήποτε κινείται, ακόμα και προς το μέρος της. Ακόμα κι αν έρχεται για να την προσκυνήσει… Η Ακινησία δεν έχει ανάγκη από πιστούς, ούτε από οπαδούς. Οι πραγματικοί θεοί δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα και κανέναν. Γιατί να χάσουν τον χρόνο τους ασχολούμενοι με κάτι που δεν θα τους κατανοήσει? Ακόμα χειρότερα (?), οι πραγματικοί θεοί δεν έχουν την ανάγκη της κατανόησης. Δεν έχουν ανάγκη από τίποτα.

Εγώ όμως έχω. Και μάλιστα μεγάλη. Θα πέθαινα για ένα και μόνο κοίταγμα της… Για μία και μόνο ανάσα της. Έναν ψίθυρο στ’ αυτί. Μία λέξη που θα κρατήσω φυλαχτό και πυξίδα για την υπόλοιπη ζωή μου. Αλλά δεν τρέφω αυταπάτες, τουλάχιστον όχι τώρα. Δεν ελπίζω ότι θα μου δώσει σημασία ποτέ. Δε λέω: “μπορεί να μην μου δώσει”. Δεν θα μου δώσει. Δεν πρόκειται να μου δώσει. Είναι νομοτελειακά βέβαιο αυτό. Αν διαφωνείς να πας αλλού να το κάνεις. Κάνεις λάθος και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία γι αυτό. Και θα στο πω μια και καλή: (και δεν πρόκειται να στο ξαναπώ, γιατί όπως και η μεγάλη Θεά, δεν δίνω δεκάρα για την πάρτη σου), σταμάτα να διαβάζεις (αν δεν το έχεις κάνει ήδη) και φύγε όσο πιο μακριά απο μένα μπορείς. Είσαι ανεπιθύμητος εδώ. Το μόνο που κάνεις είναι να με ζαλίζεις με τις στείρες αντιρρήσεις σου. Φύγε παρείσακτε της αντιλογίας! Όχι για το δικό σου, αλλά για το δικό μου το καλό.

Έλεγα λοιπόν, ότι δεν ελπίζω να με προσέξει ποτέ η Θεά μου. Και γιατί να το κάνω. Η ελπίδα είναι μόνο μία καλή δικαιολογία προσκόλλησης στο παρελθόν και στην Στασιμότητα. Και εγώ δεν θέλω να έχω παρτίδες με αυτή τη γελοιότητα.

Η Στασιμότητα είναι η μικρή αδερφή της Ακινησίας. Ζήλεψε την αστείρευτη σοφία της αδερφής της και έτσι προσπάθησε να την μιμηθεί. Έτσι, χωρίς καλά καλά να κάνει τα πρώτα της βήματα στη ζωή, άνοιξε έναν τεράστιο τάφο δίπλα στον ναό της αδερφής της (που η ίδια είχε φτιάξει για να την προσκυνάει) και μπήκε μέσα. Πρώτα, έσβησε καθε ίχνος συναισθήματος από πάνω της. Μετά έβγαλε τα μάτια της, ξέσκισε τη γλώσσα της και βούλωσε την μύτη της και τα αυτιά της. Τέλος, αφού ξερίζωσε και την ψυχή της, έκοψε τα πόδια και τα χέρια της. Τότε, το άψυχο κορμί της έπεσε ακυβέρνητο μέσα στον τάφο και δεν ξανακινήθηκε ποτέ από εκείνη την μέρα. Και ούτε πρόκειται να κινηθεί ποτέ του.

Όμως, το ταλαιπωρημένο της σώμα (ότι δηλαδή απέμεινε από αυτό) αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Όχι απο οίκτο η συμπόνια στην ανόητη γυναίκα που το φιλοξένησε, αλλά επειδή δεν ήξερε που αλλού να πάει. Έτσι, το μόνο που κατάφερε αυτό το κορίτσι, ήταν να σαπίζει μέσα σ’ αυτόν τον τάφο για την υπόλοιπη αιωνιότητα. Φυσικά, δεν κατάφερε ποτέ να μπει στο ιερό βασίλειο της Ακινησίας.

«Ηλίθια Στασιμότητα», θα ψέλλιζε σίγουρα η Θεά, αν έδινε δεκάρα. «Ποτέ δεν έδιωξα τίποτα από πάνω μου για να σταματήσω να υπάρχω. Έχω όλη την κίνηση μέσα μου. Πώς αλλιώς θα ήξερα αν σταμάτησα?». Αλλά δεν έχει κανέναν λόγο να παραβιάσει την ιερή ακινησία της, για να συνετίσει τα ασυνέτιστα.

Από την ημέρα του θανάτου της Στασιμότητας, τα πάντα άλλαξαν πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο. Το σύμπαν γέμισε με μία απαίσια δυσωδία που μεγαλώνει μέρα με την μέρα. Μία βρώμα που δεν θα ξεπληθεί ποτέ. Δε λέω «μάλλον δεν θα ξεπληθεί». Δεν πρόκειται να ξεπληθεί ποτέ (Τουλάχιστον όχι όσο διαχωριζόμαστε από την Ακινησία). Αυτή η μπόχα κυρίευσε για πάντα την ύπαρξη. Ήταν έτοιμη να κατασπαράξει ότι ανέπνεε και βρισκόταν στο δρόμο της.

Αλλά η ανθρωπότητα είχε άλλη άποψη για όλα αυτά. Αντί να αποφύγει τις οδυνηρές συνέπειες αυτής της οσφρητικής δίνης, και να αναζητήσει καταφύγιο στο ιερό φρούριο της Ακινησίας (Ούτως ή άλλως, Εκείνη δεν θα ασχολούνταν καν με το να τους εμποδίσει. Είπαμε, δε δίνει δεκάρα…), θεώρησαν ηρωική την ‘θυσία’ της ανόητης Στασιμότητας και άρχισαν να την προσκυνούν. Φρόντισαν επίσης (όχι ότι χρειαζότανε η δική τους η προσπάθεια για να γίνει αυτό – ένα ακόμα σημάδι της ματαιότητας τους), να διατηρήσουν παντού την ελεεινή μυρωδιά της σαπίλας, θυσιάζοντας στο όνομά της, τους ίδιους τους τους εαυτούς. Έδωσαν μάλιστα και όνομα στην αποπνικτική αυτή οσμή. Την ονόμασαν ‘Ζωή’. Κι από τότε η ανθρωπότητα, ‘Ζει’ για να πεθάνει και να θρέψει τη ‘Ζωή’, πληρώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, φόρο τιμής στην Στασιμότητα.

Μ’ αρέσει να φαντασιώνομαι το γέλιο που θα έριχνε η Ακινησία, αν την ενδιέφερε ποτέ να δώσει σημασία σ’ όλα αυτά. Αλλά για μία ακόμα φορά, δεν ελπίζω πώς θα το δω ποτέ αυτό το θέαμα. Αλλά μπορώ πάντα να γελάω μόνος μου. Αυτό θα έκανε σίγουρα περήφανη τη Θεά μου αν νοιαζότανε… Δε λέω «μπορεί». Σίγουρα! Αυτό μου αρκεί…

Προηγούμενο

Στασιμότητα

stasimothta

Δεν θέλω να επουλώσω τις πληγές, στο άψυχο κορμί σου,

Να ζήσεις εσύ διάλεξες στη σκιά της αδερφής σου.

Ούτε θα γονατίσω ευλαβικά, την ώρα της ταφής σου,

Κι ας με κυκλώνει ακούσια η πνιγερή οσμή σου.

Με τόσους γύρω οπαδούς, τι με θες και μένα;

Η ανάπηρη σου ύπαρξη δεν οφελεί κανένα.

Μονάχα ένα δάκρυ μου πηχτό, θα οικτηρεί τους πλανημένους,

Που η αλλόκοτη η φύση σου άφησε μαγεμένους.

—–

Φύγε! Δικιά μου εχώ θεά…

Τα βράδια την κοιτάω, χωρίς να με κοιτά.

Γι’ αυτό σου λέω φύγε, φύγε μακριά!

Να μη σε ξαναδώ, πουθενά.

Ανόητη κοπέλα, την ξέρεις τη θεά,

Στο αίμα σου κυλούσε, μα όχι στην καρδιά.

Δεν έδινε δεκάρα, μα την πρόδωσες ξανά,

Να μη σε ξαναδώ, πουθενά!

—–

Μία ζωή σπατάλησες, να γίνεις σαν και εκείνη,

Ως το κορμί σου δώρισες στου θάνατου τη δίνη.

Μα όποιος βιάζεται πολύ, την ψυχή του να λυτρώσει,

Ποτέ δε βάζει όριο στο πόσο θα πληρώσει.

Κι όσους κι αν φέρεις μαζικά, στρατιώτες στο ναό σου,

Κανείς δε θ’ αντιστρέψει τον άσκοπο χαμό σου.

Μονάχα ένα δάκρυ μου κρυφό, θα ρίξω για εκείνους,

Που χάθηκαν για σένανε μες τη φωλιά του κτήνους.

—-

Φύγε! Δικιά μου εχώ θεά…

Τα βράδια την κοιτάω, χωρίς να με κοιτά.

Γι’ αυτό σου λέω φύγε, φύγε μακριά!

Να μη σε ξαναδώ, πουθενά.

Ανόητη κοπέλα, την ξέρεις τη θεά,

Στο αίμα σου κυλούσε, μα όχι στην καρδιά.

Δεν έδινε δεκάρα, μα την πρόδωσες ξανά,

Να μη σε ξαναδώ, πουθενά!

Προηγούμενο