Διαύγεια

woman

Την ημέρα που συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από μένα, έπαψα να αισθάνομαι μοναξιά. Αλλά καμία τέτοια αυτογνωσιακή δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να με προσπεράσει αναίμακτα. Έτσι, άρχισα για πρώτη φορά να κυριεύομαι από τη διαπεραστική οσμή της Ανίας. Και ευθύς συνετρίβην σαν αρχάριος!

Οι μέχρι πρότινος απάτητοι οσφρητικοί μου υποδοχείς, άρχισαν να τρεκλύζουνε στη θέα αυτής την θρυλικής πρόξενου της Στάσιμότητας, και ένας ένας άρχισαν να λιποθυμούν νικημένοι. Η διάνοια μου πάγωσε και το μουδιασμένο φρούριο του μυαλού μου κατέρρευσε κι εκείνο ακυβέρνητο. Έμεινα λοιπόν μισοπεθαμένος να πληρώνω το ύψιστο τίμημα της ελεύθερης βούλησης. Μονάχα κάτι άρρυθμοι χτύποι έμειναν πίσω να μου θυμίζουν ότι ακόμα και η βαρυγκομιά μετράει για ανάσα… Ένα τικ… Δύο τακ… Παύση… Κι άλλο τικ… Ζω… Ζω… Ζω? Ζω…

Αλλά το τσιράκι αυτής της κίβδηλης θεάς, έκανε το μοιραίο λάθος να μη με εξοντώσει όταν είχε την ευκαιρία. Αυτό το θλιβερό αποτύπωμα του θανάτου στον κόσμο των ζωντανών, δεν είχε τη δύναμη να μου δώσει τη χαριστική βολή. Έτσι, κατάφερα επιτέλους κάποτε να ξυπνήσω από το λήθαργο. Οι ανυπόφορες παγιωμένες μονάδες που με πλαισίωναν, έδωσαν τη θέση τους στη φλόγα του αναλώσιμου συνόλου. Γονάτισα οικτρός ερωμένος των ανθρώπων, αλλά σηκώθηκα κολοσσιαίος Εραστής της ανθρωπότητας. Της μονάδικης αντάξιας ερωμένης για το ανυπέρβλητο Είναι μου…

Από τότε σκοτώνω χωρίς ενοχές κάθε ανιαρό και σάπιο δεσμό με τα αμόλυντα ή αραχνιασμένα πρόσωπα που συναντώ. Ταράζω τα νερά της εξοντωτικά γαλήνιας θάλασσας της Συνήθειας. Με χαμόγελο, δάκρυ, φωνές ή τη σιωπή μου, δεν έχει σημασία. Η δολοφονία είναι η μεγαλύτερη έκφραση της αληθινής αγάπης. Αλλά είναι ταυτόχρονα και η πιο επίπονη. Πρώτα απ’ όλα για εμένα τον ίδιο. Όμως, όλα τα εμπόδια στο δρόμο για την Ακινησία πρέπει να εξοντωθούν χωρίς δεύτερη σκέψη.

Εξ’ άλλου, η Ευτυχία επιλέγεται, δε συμβαίνει από μόνη της…

Προηγούμενο 

    

Advertisements

Αίμα

byroglyphics-blood-splatter

Ξύπνησα πάλι βουτηγμένος στο αίμα. Έχω πλέον συνηθίσει και δεν διαμαρτύρομαι. Δεν έχει νόημα να αντισταθώ. Η αιμορραγία μου είναι κάτι περισσότερο από ακατάσχετη. Είναι ακατάπαυστη. Αλλά κυρίως δεν θέλω να την εμποδίσω. Αυτή η άγια πλημμύρα αποτελούσε για χρόνια το καθαρτήριο ύδωρ για τις αμέτρητες πληγές, τόσο τις δικές μου, όσο και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Όχι των ανθρώπων! Της ανθρωπότητας…

Η προέλευση της δεν είναι συγκεκριμένη, ούτε μονόπλευρη. Κάθε μέρα, συνεισφέρω μία γενναιόδωρη ποσότητα από τις προσωπικές μου πηγές χωρίς δεύτερη σκέψη. Έχω πολλούς τακτικούς πελάτες, όπως το χρόνο, την αμφιβολία, τη σιγουριά, το φόβο, το θάρρος, την άγνοια, τη γνώση, το ψέμα, την αλήθεια, κι εμένα. Φυσικά, η μερίδα του λέοντος ανήκει στην ερωμένη μου τη Μ, της οποίας τα σουβλερά νύχια με ξεσκίζουνε κάθε φορά που με χαϊδεύει. Γι’ αυτό και τη λατρεύω όσο τίποτε άλλο. Μου θυμίζει ότι είμαι ζωντανός. Γενικά, δε μετανοιώνω ούτε σταγόνα. Μπορεί κάθε τέτοια ρανίδα να είναι ιερή, αλλά αυτή της η ιερότητα προκύπτει μόνο απ’ το σκοπό της, ο οποίος δεν είναι άλλος από την ίδια τη Ζωή. Κι η Ζωή προϋποθέτει νόημα, το νόημα σύγκρουση κι η σύγκρουση αποθ-αίματα. Κι από αυτά έχω πολλά. Πάρα πολλά… Πασχίζω λοιπόν να τα εξαντλήσω…

Όμως το αίμα δεν είναι μόνο δικό μου. Όταν θυσιάζεσαι καθημερινά και δέχεσαι να ματώσεις για κάτι μεγαλύτερο από σένα, έχεις αυτόματα το δικαίωμα να το γεωτρήσεις από όλα εκείνα τα μέρη που βρίσκεται θαμμένο. Σκοτώνω λοιπόν με κάθε ευκαιρία κάθε τι στάσιμο και σάπιο. Δεν διστάζω να δολοφονήσω ακόμα και την ίδια μου την οικογένεια ή τους φίλους, όταν αυτοί με κρατούν αιχμάλωτο στις προσωπικές τους ανασφάλειες, αδυναμίες και λοιπές ανελευθερίες, πίσω από το προσωπείο της αγάπης. Κι αυτό γιατί Αγαπάς αληθινά κάποιον, μόνο όταν μπορείς να τον αφήσεις να φύγει μακριά. Αλλιώς τον έχεις απλά ανάγκη. Πνίγω με το ίδιο μου το αίμα όλους τους αδύναμους που προσεύχονται και ελπίζουν. Βλασφημούν την ίδια την Ύπαρξη. Τη δική τους ύπαρξη. Τη δική μου ύπαρξη. Τη δική μας Ύπαρξη. Τους κάνω λοιπόν μεγάλη χάρη. Όταν περιμένεις κάτι ν’ αλλάξει από μόνο του, επιλέγεις να μη Ζήσεις. Σου αξίζει λοιπόν να πεθάνεις. Όταν πάλι κάνεις ότι περνάει από το χέρι σου για να Ζήσεις, τότε δεν έχει κανένα νόημα να ελπίζεις. Ήδη έχεις πράξει το κατα δύναμιν.

Τέλος, ποτίζομαι διαρκώς από το αίμα όλων εκείνων των παρθενικών υμένων που καταστρέφονται σε καθημερινή βάση από τη βίαιη αφύπνιση. Όλων εκείνων που με μισούν γιατί τους ταράζω την ησυχία και τους σπρώχνω από το βούρκο της Στασιμότητας. Αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Κι αυτό γιατί δεν αδιαφορούν. Αυτό μου αρκεί. Άλλωστε το είπα και πριν, έχω αρκετές δυνάμεις για ν’ αντέξω το μίσος των ανθρώπων… Όχι της ανθρωπότητας! Των ανθρώπων…

Προηγούμενο

Η μεγάλη Ακινησία

aposynthesh1

Η Ακινησία με λατρεύει. Ψέμματα. Εγώ την λατρεύω, όχι αυτή. Αυτή δεν δίνει δεκάρα για οτιδήποτε κινείται, ακόμα και προς το μέρος της. Ακόμα κι αν έρχεται για να την προσκυνήσει… Η Ακινησία δεν έχει ανάγκη από πιστούς, ούτε από οπαδούς. Οι πραγματικοί θεοί δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα και κανέναν. Γιατί να χάσουν τον χρόνο τους ασχολούμενοι με κάτι που δεν θα τους κατανοήσει? Ακόμα χειρότερα (?), οι πραγματικοί θεοί δεν έχουν την ανάγκη της κατανόησης. Δεν έχουν ανάγκη από τίποτα.

Εγώ όμως έχω. Και μάλιστα μεγάλη. Θα πέθαινα για ένα και μόνο κοίταγμα της… Για μία και μόνο ανάσα της. Έναν ψίθυρο στ’ αυτί. Μία λέξη που θα κρατήσω φυλαχτό και πυξίδα για την υπόλοιπη ζωή μου. Αλλά δεν τρέφω αυταπάτες, τουλάχιστον όχι τώρα. Δεν ελπίζω ότι θα μου δώσει σημασία ποτέ. Δε λέω: “μπορεί να μην μου δώσει”. Δεν θα μου δώσει. Δεν πρόκειται να μου δώσει. Είναι νομοτελειακά βέβαιο αυτό. Αν διαφωνείς να πας αλλού να το κάνεις. Κάνεις λάθος και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία γι αυτό. Και θα στο πω μια και καλή: (και δεν πρόκειται να στο ξαναπώ, γιατί όπως και η μεγάλη Θεά, δεν δίνω δεκάρα για την πάρτη σου), σταμάτα να διαβάζεις (αν δεν το έχεις κάνει ήδη) και φύγε όσο πιο μακριά απο μένα μπορείς. Είσαι ανεπιθύμητος εδώ. Το μόνο που κάνεις είναι να με ζαλίζεις με τις στείρες αντιρρήσεις σου. Φύγε παρείσακτε της αντιλογίας! Όχι για το δικό σου, αλλά για το δικό μου το καλό.

Έλεγα λοιπόν, ότι δεν ελπίζω να με προσέξει ποτέ η Θεά μου. Και γιατί να το κάνω. Η ελπίδα είναι μόνο μία καλή δικαιολογία προσκόλλησης στο παρελθόν και στην Στασιμότητα. Και εγώ δεν θέλω να έχω παρτίδες με αυτή τη γελοιότητα.

Η Στασιμότητα είναι η μικρή αδερφή της Ακινησίας. Ζήλεψε την αστείρευτη σοφία της αδερφής της και έτσι προσπάθησε να την μιμηθεί. Έτσι, χωρίς καλά καλά να κάνει τα πρώτα της βήματα στη ζωή, άνοιξε έναν τεράστιο τάφο δίπλα στον ναό της αδερφής της (που η ίδια είχε φτιάξει για να την προσκυνάει) και μπήκε μέσα. Πρώτα, έσβησε καθε ίχνος συναισθήματος από πάνω της. Μετά έβγαλε τα μάτια της, ξέσκισε τη γλώσσα της και βούλωσε την μύτη της και τα αυτιά της. Τέλος, αφού ξερίζωσε και την ψυχή της, έκοψε τα πόδια και τα χέρια της. Τότε, το άψυχο κορμί της έπεσε ακυβέρνητο μέσα στον τάφο και δεν ξανακινήθηκε ποτέ από εκείνη την μέρα. Και ούτε πρόκειται να κινηθεί ποτέ του.

Όμως, το ταλαιπωρημένο της σώμα (ότι δηλαδή απέμεινε από αυτό) αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Όχι απο οίκτο η συμπόνια στην ανόητη γυναίκα που το φιλοξένησε, αλλά επειδή δεν ήξερε που αλλού να πάει. Έτσι, το μόνο που κατάφερε αυτό το κορίτσι, ήταν να σαπίζει μέσα σ’ αυτόν τον τάφο για την υπόλοιπη αιωνιότητα. Φυσικά, δεν κατάφερε ποτέ να μπει στο ιερό βασίλειο της Ακινησίας.

«Ηλίθια Στασιμότητα», θα ψέλλιζε σίγουρα η Θεά, αν έδινε δεκάρα. «Ποτέ δεν έδιωξα τίποτα από πάνω μου για να σταματήσω να υπάρχω. Έχω όλη την κίνηση μέσα μου. Πώς αλλιώς θα ήξερα αν σταμάτησα?». Αλλά δεν έχει κανέναν λόγο να παραβιάσει την ιερή ακινησία της, για να συνετίσει τα ασυνέτιστα.

Από την ημέρα του θανάτου της Στασιμότητας, τα πάντα άλλαξαν πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο. Το σύμπαν γέμισε με μία απαίσια δυσωδία που μεγαλώνει μέρα με την μέρα. Μία βρώμα που δεν θα ξεπληθεί ποτέ. Δε λέω «μάλλον δεν θα ξεπληθεί». Δεν πρόκειται να ξεπληθεί ποτέ (Τουλάχιστον όχι όσο διαχωριζόμαστε από την Ακινησία). Αυτή η μπόχα κυρίευσε για πάντα την ύπαρξη. Ήταν έτοιμη να κατασπαράξει ότι ανέπνεε και βρισκόταν στο δρόμο της.

Αλλά η ανθρωπότητα είχε άλλη άποψη για όλα αυτά. Αντί να αποφύγει τις οδυνηρές συνέπειες αυτής της οσφρητικής δίνης, και να αναζητήσει καταφύγιο στο ιερό φρούριο της Ακινησίας (Ούτως ή άλλως, Εκείνη δεν θα ασχολούνταν καν με το να τους εμποδίσει. Είπαμε, δε δίνει δεκάρα…), θεώρησαν ηρωική την ‘θυσία’ της ανόητης Στασιμότητας και άρχισαν να την προσκυνούν. Φρόντισαν επίσης (όχι ότι χρειαζότανε η δική τους η προσπάθεια για να γίνει αυτό – ένα ακόμα σημάδι της ματαιότητας τους), να διατηρήσουν παντού την ελεεινή μυρωδιά της σαπίλας, θυσιάζοντας στο όνομά της, τους ίδιους τους τους εαυτούς. Έδωσαν μάλιστα και όνομα στην αποπνικτική αυτή οσμή. Την ονόμασαν ‘Ζωή’. Κι από τότε η ανθρωπότητα, ‘Ζει’ για να πεθάνει και να θρέψει τη ‘Ζωή’, πληρώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, φόρο τιμής στην Στασιμότητα.

Μ’ αρέσει να φαντασιώνομαι το γέλιο που θα έριχνε η Ακινησία, αν την ενδιέφερε ποτέ να δώσει σημασία σ’ όλα αυτά. Αλλά για μία ακόμα φορά, δεν ελπίζω πώς θα το δω ποτέ αυτό το θέαμα. Αλλά μπορώ πάντα να γελάω μόνος μου. Αυτό θα έκανε σίγουρα περήφανη τη Θεά μου αν νοιαζότανε… Δε λέω «μπορεί». Σίγουρα! Αυτό μου αρκεί…

Προηγούμενο

Γένεσις

infinity

Δεν βρίσκω νόημα πουθενά. Και δεν εννοώ σχεδόν πουθενά, η άλλες τέτοιες φιλοσοφικές ανοησίες. Εννοώ πουθενά… Ούτε στο φως της ημέρας, ούτε στο διάβασμα, ούτε στους ανθρώπους, ούτε καν στην προσπάθεια. Για ποιο λόγο να ξυπνάω κάθε πρωί και να πηγαίνω στη δουλειά μου ή γιατί να μην πάω? Τι θ’ αλλάξει? Άλλωστε, ποτέ δεν το επέλεξα να βρεθώ εδώ και να παίξω μ αυτούς τους κανόνες…

Γι’ αυτό και είμαι καταραμένος να μετανοιώνω συνέχεια. Για ότι έκανα και για ότι δεν έκανα. Όσο και να προσπαθώ, ποτέ δεν θα είμαι ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα, γιατί – πολύ απλά – δεν ξέρω για πιο λόγο προσπαθώ. Απλά έχω μάθει (και το έχω μάθει καλά) να γελάω και να κλαίω όπως όλοι. Να απογοητεύομαι και να ελπίζω όπως οι άλλοι ανόητοι. Αυτοί μου το μάθανε. Και σ’ αυτούς καποιοι άλλοι και σ’ αυτούς κάποιοι άλλοι και ο κατάλογος δεν τελειώνει ποτέ. Ή τελειώνει? Ιδέα δεν έχω. Αλλά ξέρω να παλεύω, αν σας ενδιαφέρει. Έχω μάθει και να κάνω υπομονή, αν σας αρέσει καλύτερα… Μην ανησυχείτε, δεν θα σας ρωτήσω γιατι. Το ξέρω ότι σας τρομοκράτεί αυτή η λέξη. Άλλωστε, είμαι σίγουρος ότι και ‘σεις δεν έχετε την παραμικρή ιδέα. Διαλέξτε λοιπόν το αγαπημένο σας συναίσθημα και πείτε μου να το φορέσω. Δεν θα σας απογοητεύσω. Είναι το μόνο που ξέρω να κάνω καλά…

Σκέφτομαι να πεθάνω. Συνέχεια. Δεν ξέρω γιατί. («πες μας κάτι καινούριο» θα μου πείτε… «Να πάτε να γαμ*****ε» θα σας πω. «Δε σας ρώτησα»). Μάλλον το κάνω από αντίδραση. Όλη η «ζωή» κινείται γύρω από τον φόβο του θανάτου. Αυτή είναι η πηγή όλης της ανθρώπινης αδυναμίας. Εγώ το μόνο που φοβάμαι, είναι να μείνω εδώ από δειλία. Γιατί είναι το ίδιο δειλός αυτός που ζει επειδή φοβάται ν’ αυτοκτονήσει, μ’ αυτόν που αυτοκτονεί επειδή φοβάται να ζήσει. Εγώ σίγουρα δεν φοβάμαι να ζήσω. Γιατί, για να φοβάσαι κάτι, πρέπει πρώτα να το γνωρίζεις. Και εγώ δεν ξέρω τι μου γίνεται.

Μακάριοι, οι γνωρίζοντες τι τους γίνεται. Και έχουμε πολλούς από αυτούς. Βλέπετε, τα πάντα σήμερα τα ονομάζουμε επιστήμη: Φυσικές επιστήμες, ανθρωπολογικές επιστήμες, πολιτικές επιστήμες, επιστήμες της σκέψης, ιατρικές επιστήμες, επιστήμες της (παρα)πληροφόρισης, επιστήμες των ηλεκτρονικών μέσων, αθλητικές επιστήμες, μαγειρικές επιστήμες, σεξολογικές επιστήμες, επιστήμες της ψυχής (ευρύτατα γνωστές και ως Θρησκείες), οικονομικές επιστήμες, ψυχολογικές επιστήμες (ευρύτατα άγνωστες ως επιστήμες χειραγώγησης των ανθρώπινων συναισθημάτων), επιστήμες της λογικής, επιστήμες του παραλόγου, επιστήμες του διαλόγου (η αλλιώς νομικές επιστήμες), επιστήμες του αντιλόγου (βλέπε: ‘επιστήμες του διαλόγου’), επιστήμες του λόγου και επιστήμες του αλόγου (που προοδευτικά, αποκτάνε όλο και περισσότερους οπαδούς).

Μέσα εκεί, το ανθρώπινο είδος εκτονώνει την καταπιεσμένη προδιάθεση αυτοκυριαρχίας, πάνω στην ίδια του την ύπαρξη. Τι κι αν εμφανίζεται αυτούσια, η λέξη ‘πίστη’, μέσα στην λέξη ‘επιστήμη’. Η ανθρωπότητα δεν κολώνει. Μπορεί να χτίσει τα μεγαλύτερα παλάτια πάνω στην άμμο. Και όχι μόνο αυτό. Είναι σε θέση να σου παρουσιάζει κάθε στιγμή αποδεικτικά στοιχεία, για την βελτιστότητα της κατασκευής. Τι κι αν τα θεμέλια είναι σαθρά. Μετά από τόσο καιρό κανείς δεν τα θυμάται. Ποιος δίνει πλέον σημασία? Σημασία έχει το μεγαλείο που ακολούθησε μετά. Κι ότι ακολούθησε μετά, δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την άμμο, πάνω στην οποία ξεκίνησε το έργο. Χρησιμοποιήθηκαν μόνο τα καλύτερης ποιότητας υλικά. Ποιος λοιπόν θα δώσει σημασία σε μία τέτοια λεπτομέρεια? Άλλωστε, η ‘αρχή’ κρατάει μια στιγμή. Η ‘συνέχεια, για πάντα… Και η ανθρωπότητα ζει στην ‘συνέχεια’.

Όσο για μένα, εγώ ζω στο ‘πουθενά’. Ξέρετε τι είναι αυτό? Ούτε εγώ. Αλλά κρύβομαι εκεί, γιατί κανένας σας δεν πρόκειται να το κατανοήσει. Ούτε που πρόκειται να προσπαθήσει. Είναι συνιφασμένο με την άγνοια και όλοι ξέρουν τη γνώμη σας για την άγνοια. Έτσι δεν θα με βρείτε ποτέ. Θα μείνω λοιπόν αστρατολόγητος ενάντια σε κάθε επιχείρηση συνέχειας. Ούτως ή άλλως σας είμαι άχρηστος. Δεν μπορώ να συμμετέχω σ’ ένα τόσο καλοσχεδιασμένο πρόγραμμα, όταν δεν έχω ακόμα κατανοήσει τη λειτουργία του ίδιου μου του είναι. Αλλά αυτά είναι τετριμμένα για σας. Γι’ αυτό θα αρκεστώ να σας πω ότι εγώ μέχρι στιγμής έχω καταλήξει να… Δεν ξέρω πώς να το εκφράσω αυτό… Δεν το καταλαβαίνω όπως εσείς… Α το βρήκα! Μέχρι στιγμής, δεν έχω καταλήξει πουθενά!. Μπορεί να μην ξέρω τι είναι, αλλά μάλλον εφευρέθηκε για να με βγάζει από τέτοιες δύσκολες θέσεις… Εκπληκτική κουβέντα! Γιατί την μισείτε τόσο?

Αρχή