Betrayal

the face of despair

You fire away, with license to kill

You’d do it for fun; you’d do it for the thrill

You’re not gonna stop, or maybe just chill

It’s not how it works, not a part of the deal

.

Your name is Hope, I call you Excuse

I see you as a foe, but they see you as a Muse

Your air is toxic, but they need you to breathe

Don’t care for your gifts; I just want you to leave

.

You look for new victims, in those who kneel

In a death of a child, and a convict’s last meal

You are totally fake, even though you look real

You can’t hurt ‘em all, some of us will heal

.

Our final breath, which you take away

Just another small piece, for you to display

But you won’t satisfy, your voracious hunger

Our in vain resistance, it ‘ll just feed your anger

.

You are only a promise that you can never keep

You don’t care about us; it’s our lives that you seek

You are nothing but banes and cuts that go deep

A beautiful lie, that sends us to sleep

.

Your name is Hope, I call you Excuse

I see you as a foe, but they see you as a Muse

Your air is toxic, but they need you to breathe

Don’t care for your gifts; I just want you to leave

.

I wrote these lines inspired by Anush’s and Jacob’s beautiful music. I later sent this poem to a competition and I received the Kurnitz award. And for that, I am grateful to both!

Duncan

Next

Ταξίδι

night-sail-tim-allen

Ζωή, είναι το παράξενο καράβι πάνω στο οποίο βρέθηκες χωρίς να θυμάσαι πως.

Περιέργεια, είναι η αμνησία σου.

Τρέλα, είναι η προσπάθεια να θυμηθείς.

Γνώση, είναι η περιπλάνηση στο κατάστρωμα.

Αυτογνωσία, είναι η εξερεύνση του πυθμένα.

Σοφία, είναι τα ευρήματα αμφότερων των περιφορών.

Ευτυχία, είναι η αποδοχή των ευρημάτων αυτών.

Θάνατος, είναι το στερνό λιμάνι.

Ωριμότητα, είναι η ολική προετοιμασία γι’ αυτό.

Κι Ελευθερία, η επιλογή του μέρους και της ώρας του…

Επόμενο

Οι στάχτες του Φοίνικα

Phoenix's ashes cristina tamas

Στα πηχτά μας σκοτάδια, στις βαθιές μας πληγές

προσδοκάμε σημάδια με κρυφές προσευχές.

Οι φωνές μας θα σβήσουν, θα χαθούν σιωπηλές

μα τα χνάρια θ’ αφήσουν πίσω εικόνες θολές.

Και το δάκρυ από τρόμο, η ανάγκη φυγής

θα σου ανοίγουνε δρόμο απ’ το τέλμα να βγεις.

Κι αν η λήθη μας ρέπει στο νησί των Φαιάκων

έχουμε στάχτες στην τσέπη, απ’ τις ανάσες των δράκων.

—–

Δε γεννιόμαστε. Aπό λήθαργο βαθύ σηκωνόμαστε.

Δεν πεθαίνουμε. Mόνο στο τέλος για ύπνο πηγαίνουμε.

Εκτοξευόμαστε. Aπό τις στάχτες του Φοίνικα ερχόμαστε.

Προσγειωνόμαστε, όταν και πάλι στάχτες γινόμαστε…

—–

Κι οι κραυγές αγωνιάς, οι φυλακές της ψυχής

είναι πνοή ελευθερίας στους άδειους κόλπους της γης.

Καθώς το αίμα θα τρέχει, από μια νέα ουλή

ο πόνος θα μας θυμίζει, πως είμαστε ζωντανοί.

Κι όταν ο χρόνος δεν θα ‘χει, για μας καμιά σημασία

ίσως να βρούμε μονάχοι, την άχρονή του ουσία.

Κι αν τα πανιά μας καούνε, απ’ του ουρανού τη φωτιά

θα φτιάξουμε άλλα απ’ τις στάχτες˙ πορφυρένια φτερά.

—–

Δε γεννιόμαστε. Aπό λήθαργο βαθύ σηκωνόμαστε.

Δεν πεθαίνουμε. Mόνο στο τέλος για ύπνο πηγαίνουμε.

Εκτοξευόμαστε. Aπό τις στάχτες του Φοίνικα ερχόμαστε.

Προσγειωνόμαστε, όταν και πάλι στάχτες γινόμαστε…

Επόμενο

Ζήτημα ζωής και θανάτου

Lights_of_Life_and_Death_by_nicoescochi

Ποιοι είναι άραγε οι πραγματικά ζωντανοί?

Αυτοί που βαδίζουν ανέμελα στον μονόδρομο της ζωής που οδηγεί μοιραία στον Αχέροντα, ή εκείνοι που ισορροπούν στο λεπτό σχοινί που κρέμεται πάνω από το φαράγγι του θανάτου?

Επόμενο

Οδοιπόρος

shadows

Διψασμένη σαγήνη, επιστολές μη μου γράφεις

ανάσες απ’ το αύριο, δεν έχω να σου δώσω

το ανάπηρο το τώρα μου, μη ρίξεις στον Καιάδα

για μένα άλλα νέα μου, ίσως ποτέ μη μάθεις.

.—–.

Δεν ειν’ πως δε σε πόθησα, ούτε πώς σε ξεχνάω

οι κοφτερές λεπίδες σου, το αίμα μου φοράνε

μα η άγραφη πορεία μου, είναι στενή σαν “θέλω

και σταυροδρόμια πορφυρά, κάθε στιγμή περνάω…

.—–.

Κι αν κάποτε ξανά με δεις, μη στρώσεις το τραπέζι

μον’ τη μορφή σου τύλιξε, ταγάρι για το δρόμο

μ’ άδειο στομάχι μη βρεθώ, σε δείπνο Λωτοφάγων

η λήθη όταν ξαγρυπνά, φτηνά παιχνίδια παίζει.

.—–.

Αλλά κι αν κάποτε χαθώ, μη με πενθείς αιώνια

ένα μονάχα δάκρυ σου, ρίξε γι’ ό,τι δεν είπα

κι ύστερα ένα χαμόγελο, γιατί σπορά θα γίνω

για ό,τι υπάρχει γύρω σου: ένωση και διχόνοια…

                                       Επόμενο

Εξοικείωση

sander_rietdijk_3

Σήμερα έχω ραντεβού με το Θάνατο. Δεν είναι η πρώτη φορά. Με γοργή ανάσα και με τρεμάμενο χέρι θα τον χτυπήσω ρυθμικά στην πλάτη. Κάθε χτύπος θα είναι διαφορετικός. Μία ξεχωριστή εμπειρία ζωής, που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ μου. Πρώτα, θα τον σκουντήξω διστακτικά και φοβισμένα, σαν νικημένος ερασιτέχνης μονομάχος στην αρένα, που εκλιπαρεί για οίκτο τον αυτοκράτορα. Δεν θα μου δώσει καμία σημασία. Αναμενόμενο. Έχει δικαίωμα να μου χαρίσει το βλέμμα του για μία και μοναδική φορά, και δεν σκοπεύει να τη χαραμίσει για να μου κάνει το χατήρι. Σπανίως υπακούει στις επιταγές των ανθρώπων. Και αυτή μου η απόπειρα δεν αποτελεί εξαίρεση…

Πεισμώνω. Το αίμα στις φλέβες μου ανεβάζει θερμοκρασία. Η πνιγερή ανάσα μου μετατρέπεται σταδιακά σε κραυγή πολέμου. Το χέρι μου, τρέμει ολοένα και λιγότερο. Τα χτυπήματα μου δυναμώνουν συνεχώς, ώσπου τελικά δε διαφέρουν από στυγνά γρονθοκοπήματα. Αδιαφορεί σαν να μην τον αγγίζω καν. Δεν το βάζω κάτω. Συνεχίζω με μεγαλύτερο ζήλο τον βίαιο αγώνα μου, μέχρι που κάποια στιγμή αισθάνομαι τις δυνάμεις μου να μ’ εγκαταλείπουνε. Παράξενο. Θα ορκιζόμουνα ότι ήμουνα πολύ πιο δυνατός.

Σταματάω λίγο για ξεκούραση και ανασυγκρότηση δυνάμεων. Δοκιμάζω να σκουπίσω το μέτωπο μου που έχει πνιγεί στον ιδρώτα, αλλά δεν το βρίσκω πουθενά. Τη θέση του έχει καταλάβει ένα συνοθύλευμα πλαστικής σάρκας. Φρίκη! Τι μου συμβαίνει? Τι ύπουλη επίθεση μου έχει εξάπολύσει? Καμία απόκριση. Μονάχα παγερή αδιαφορία. Εξοργίζομαι. Αρπάζω το πρώτο αιχμηρό αντικείμενο που βρίσκεται μπροστά μου και το στρέφω με μανία στην απροσδιόριστη σάρκα του. Καμία αλλαγή. Ξαναεπιχειρώ. Τίποτα… Και μετά ξανά! Πάλι τίποτα… Θα συνεχίσω το ίδιο βιολί, μέχρι που κάποια στιγμή το αντικείμενο θα γίνει τόσο ασήκωτα βαρύ, που θα πέσει μοιραία από τα χέρια μου. Εκείνος, θα εξακολουθεί να στέκει ακίνητος και σιωπηλός.

Μόνο τότε, θα εγκαταλείψω εξαντλημένος κάθε προσπάθεια επικράτησης. Μόνο τότε θα μαζέψω τις ελάχιστες δυνάμεις που θα μου έχουν απομείνει και θα επιχειρήσω να κάνω αποτίμηση στον πλησιέστερο καθρέφτη. Μόνο τότε θα αντικρύσω τις νέες μου ρυτίδες και θα χαμογελάσω για πρώτη φορά. Μόνο τότε η σιωπή του θανάτου θα έχει σπάσει τη σιωπή της. Μόνο τότε θα βρω το κουράγιο να ξαναγυρίσω και να τον ξαναχτυπήσω στην πλάτη – αυτή τη φορά ελαφρά – όπως σ’ένα παλιόφιλο. Μόνο τότε θα έχω καταφέρει να συμφιλιωθώ μαζί του…

Προηγούμενο

Εξομολόγηση

j3-718800

Οι άνθρωποι γύρω μου με αρρωσταίνουν. Δε μ’ αφήνουν ν’ αναπνεύσω. Κάθε φορά που κάνω πως πλησιάζω τη λύτρωση, ορμούν σαν τα κοράκια να μου κλέψουν την τροφή από το στόμα. Η εξωτερική γαλήνη μου τους κατακλύζει το χώρο κι αυτό δεν πρόκειται ποτέ τους να μου το συγχωρέσουν. Αλλά ούτε εγώ με τη σειρά μου πρόκειται να τους συγχωρέσω. Μετά βίας μαζεύω δυνάμεις για να συγχωρέσω τον εαυτό μου που συνεχίζω να ζω ακόμα ανάμεσα τους.

Δεν δέχομαι τις προπαγάνδες του τύπου «αγαπάτε αλλήλους». Αυτές, ως μόνο σκοπό τους έχουνε να θρέφουνε τις αδηφάγες ορέξεις όλων εκείνων που δεν έχουνε τη δύναμη να σταθούνε στα πόδια τους και να αντιμετωπίσουνε το ίδιο τους το είναι. Όλων εκείνων που λαχταρούν την εξουσία πάνω στους άλλους επειδή αδυνατούν να εξουσιάσουν τον εαυτό τους. Άλλωστε, μου είναι αδύνατο να διακρίνω ειλικρινά τους περίφημους «αλλήλους», μιας και στα πρόσωπα τους μπορώ μόνο να διακρίνω τις αντανακλάσεις τους εαυτού μου και τίποτα περισσότερο. Γιατί μπορώ να τους βλέπω μόνο με τα δικά μου μάτια και ποτέ με τα δικά τους. Μ’ αυτήν την έννοια, το «αγαπάτε αλλήλους» ισοδυναμεί με το «αγαπάτε εαυτόν»…

Τους καταλαβαίνω, αλλά δεν τους αποδέχομαι. Και ούτε πρόκειται. Για κάποιους αυτό ήδη σημαίνει συγχώρεση. Για μένα όχι. Πώς άλλωστε γίνεται να έχεις συγχωρέσει κάποιον και ταυτόχρονα να τον μισείς θανάσιμα?. Κι εγώ τους απεχθάνομαι. Τους σιχαίνομαι αν και τους χρειάζομαι… Τους χρειάζομαι για να τους νικήσω. Τους χρειάζομαι για να τους αποβάλλω. Γιατί κάθε τι ασθενικό και καχεκτικό πρέπει να αποβάλλεται από πάνω μου. Κι αυτοί είναι αδύναμοι. Αλλιώς θα άλλαζαν πορεία και θα έφευγαν μακριά. Τόσο από μένα, όσο κι από όλους τους υπόλοιπους. Θα πήγαιναν εκεί που ο μόνος κοινωνικός νόμος στον οποίο θα υπάκουαν θα ήταν αυτός της ύπαρξης τους. Εκεί που μονάχα ένας Θεός κατοικεί. Ένας Θεός που μπορείς να τον δεις μόνο αν κοιτάξεις τον καθρέφτη. Τότε μόνο θα ήταν πραγματικά σε θέση να γυρίσουν πίσω…

Αλλά φυσικά, ποτέ τους δεν τόλμησαν ούτε καν να διανοηθούν κάτι τέτοιο. Ούτε έμαθαν ποτέ τους από εκείνους τους γενναίους αποχωρίσαντες του παρελθόντος. Γιατί οι τελευταίοι είχαν ένα χαρακτηριστικό που ο φόβος των πρώτων δεν θα τους επέτρεπε ποτέ να αποκτήσουν: Ύμνησαν τον θάνατο με τον ίδιο τρόπο που ύμνησαν την γέννηση τους. Χωρίς να τον επιδιώξουν ή να τον προκαλέσουν, τον καρτέρησαν ώς τον ύστατο λυτρωτή. Έτσι, μακριά από αιωνιότητες, διηνεκή, και άλλα τέτοια ευφυολογήματα που ως μοναδικό τους σκοπό έχουνε να διατηρήσουν ζωντανή την αυταπάτη μίας “δίχως θάνατο ζωής”, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για ένα αξιοπρεπές τέλος. Αυτό, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ αντιληπτό σε μία «ανθρωπότητα» η οποία αρνείται να πεθάνει και συνεπώς, αρνείται κάθε έννοια τέλους…

(Picture by Joshua Hagler: http://www.joshuahagler.com)

Προηγούμενο

Θάνατος

craziness

Είμαι νεκρός. Εδώ και μήνες… Και δεν θα το καταλάβαινα αν δεν προσπαθούσα μάταια όλη μέρα σήμερα, να μου πάρω τη ζωή. Καμία αλλαγή. Οι νεκροί έχουνε αυτό το καλό. Δεν μπορούν να ξαναπεθάνουν. Είμαι ασφαλής λοιπόν. Είμαι ασφαλής, γιατί είμαι νεκρός εδώ και καιρό.

Είμαι νεκρός εδώ και χρόνια. Χρόνια που τριγυρνώ χαμένος και χωρίς προορισμό. Χρόνια γεμάτα αυαταπάτες που σε γεμίζουν ηδονή και μετά σε αδειάζουν σαν στημένη λεμονόκουπα. Σου θυμίζουν ότι οι νεκροί δεν δικαιούνται να νοιώθουνε. Και η τιμωρία για κάθε φορά που παραβιάζεις αυτό το νόμο, γευόμενος κάποια καινούρια αίσθηση, είναι αμείλικτη. Είσαι καταδικασμένος να τριγυρνάς με την ανάμνηση της για πάντα. Το δέρμα σου έχει ποτιστεί από τη μυρωδιά της, που γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη στο πέρασμα του χρόνου. Σαπίζει. Και όσο περισσότερο σαπίζει, τόσο περισσότερο τονίζει την ανάμνηση. Και η απαγορευμένη ανάμνηση σου ψυθιρίζει γλυκά στ’ αυτί: «Είσαι νεκρός». Της λες να σκάσει. Αυτή γελάει πονηρά. Μόλις της έδωσες λόγο ύπαρξης.

Ο θάνατος παύει να υπάρχει όταν τον αγνοούμε. Γι’ αυτό δημιουργήθηκε η ζωή. Για να μας τον θυμίζει αιώνια. Ζωή είναι η συνειδητοποίηση του θανάτου. Σήμερα, αύριο, χτες, δεν έχει σημασία. Και δεν έχει σημασία γιατί ο θάνατος σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι δεν είναι υπόθεση μίας στιγμής. Ο θάνατος ζει μέσα μας. Ζούσε από πάντα. Μεγαλώνει μαζί με μας και τον τρέφουμε με τη ζωή μας.

Είμαι νεκρός εδώ και αιώνες. Όλους αυτούς τους αιώνες που η σημερινή μου ύλη πλαισίωνε κάποια άλλα περιτυλίγματα θανάτου. Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, αυτά τα δειλά κομμάτια άβουλης ύλης σφιχταγκάλιαζαν την καταστροφή τους. Γιατί χωρίς τέλος δεν θα υπήρχαν ποτέ. Ακόμα και οι ανόητοι γνωρίζουν ότι η ύπαρξη δεν ορίζεται ποτέ μέσα στην ίδια την ύπαρξη. Για να μάθεις αν ποτέ υπήρξες πραγματικά, πρέπει πρώτα να σταματήσεις να υπάρχεις. Βέβαια, έτσι δεν μαθαίνεις ποτέ αν υπήρξες στ’ αλήθεια. Αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει καθόλου τους άγρυπνους φρουρούς του εν δυνάμει «είναι» σου. Πασχίζουν να του δώσουν υπόσταση, ακόμα κι αν εσύ δεν το μάθεις ποτέ.

Η ανάγκη για ύπαρξη σε ξεπερνάει. Πάντοτε σε ξεπερνούσε. Είναι μέρος ενός μεγαλύτερου σχεδίου. Ενός σχεδίου που δίνει πνοή στο θάνατο. Δεν του δίνει όμως ύπαρξη. Τουλάχιστον όχι απόδειξη αυτής. Είπαμε. Θα πρέπει να σταματήσει να υπάρχει για να αποδείξει την ύπαρξη του. Αλλά γιατί να τον ενδιαφέρει να αποδείξει την ύπαρξη του. Αυτή είναι καθαρά ανθρώπινη αδυναμία. Και είναι ο πρωταρχικός λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκες. Τρέφοντας αυτήν την αδυναμία με πάθος, έτσι όπως – ενστικτωδώς – ηδονίζεσαι να κάνεις, εκπληρώνεις με τον καλύτερο τρόπο τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκες: Να δώσεις ύπαρξη στο θάνατο…

Και επειδή νοιώθω ήδη την απορία ζωγραφισμένη στα ανόητα μάτια σου καθώς και μία ακατανίκητη προσμονή για να ακούσεις κάποιο σχέδιο διαφυγής από αυτήν την καλοστημένη συνομωσία, σε προλαβαίνω: Μη με ρωτήσεις τίποτε άλλο, εγώ είμαι ήδη νεκρός. Δεκάρα δε δίνω για σένα…

Προηγούμενο

Ειρωνεία

lady-death

Ποια ήταν η τελευταία φορά που σκέφτηκες τον άλλον, για τον άλλον? Πότε έδωσες δεκάρα για κάποιον που πέθανε? Γιατί μισείς τόσο πολύ τα πάντα? Γιατί κρύβεις αυτό το μίσος με τόσο πάθος? Εντάξει, αυτό είναι εύκολο: Από φόβο! Είναι πασπαρτού ο φόβος… Αλλα και πάλι τι ακριβώς φοβάσαι? Γιατί δίνεις τόση μεγάλη αξία στη ζωή σου? Ποιος σε αναγκάζει και γιατί? Από τι σε προστατεύει? Γιατί όλα γυρνάνε στον θάνατο? Αυτός φοβάται περισότερο απ όλους. Θα χαθεί αν μας αποδεκατίσει όλους… Το ξέρει καλά. Θέλει να μας διατηρήσει για να μας σιγοτρώει και να επιβιώσει. Θέλει να μας βιάζει χωρίς να μας προκαλεί στείρωση… Θέλει να μας κάνει να τον συνηθίσουμε, αλλά και να αντιστεκόμαστε ταυτόχρονα. Έτσι ηδονίζεται περισσότερο. Ξέρει ότι θα κάνουμε τα πάντα για να επιβιώσουμε…

Θα μας εξοντώνει ζωντανούς. Πριν καλά καλά ορίσουμε τι αυτό σημαίνει. Αυτό είναι αρκετό. Αρκετό, ώστε να δώσουμε χρόνο στο είδος μας να βρει την άκρη. Αρκετό, για να του δώσουμε καινούρια τροφή να κατασπαράξει… Μάταια εξοργιζόμαστε και εξαπολύουμε κατάρες προς όλες τις κατευθύνσεις, διαμαρτυρόμενοι για την ‘άθλια’ ύπαρξη μας. Έτσι τον τρέφουμε περισσότερο. Ηδονίζεται! Ηδονίζεται γιατί ξέρει ότι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε τα πάντα για να του δίνουμε τροφή. Έχουμε μάθει να λατρεύουμε αυτό που είμαστε. Αυτό του είναι παραπάνω από αρκετό…

Προηγούμενο