Διαύγεια

woman

Την ημέρα που συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από μένα, έπαψα να αισθάνομαι μοναξιά. Αλλά καμία τέτοια αυτογνωσιακή δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να με προσπεράσει αναίμακτα. Έτσι, άρχισα για πρώτη φορά να κυριεύομαι από τη διαπεραστική οσμή της Ανίας. Και ευθύς συνετρίβην σαν αρχάριος!

Οι μέχρι πρότινος απάτητοι οσφρητικοί μου υποδοχείς, άρχισαν να τρεκλύζουνε στη θέα αυτής την θρυλικής πρόξενου της Στάσιμότητας, και ένας ένας άρχισαν να λιποθυμούν νικημένοι. Η διάνοια μου πάγωσε και το μουδιασμένο φρούριο του μυαλού μου κατέρρευσε κι εκείνο ακυβέρνητο. Έμεινα λοιπόν μισοπεθαμένος να πληρώνω το ύψιστο τίμημα της ελεύθερης βούλησης. Μονάχα κάτι άρρυθμοι χτύποι έμειναν πίσω να μου θυμίζουν ότι ακόμα και η βαρυγκομιά μετράει για ανάσα… Ένα τικ… Δύο τακ… Παύση… Κι άλλο τικ… Ζω… Ζω… Ζω? Ζω…

Αλλά το τσιράκι αυτής της κίβδηλης θεάς, έκανε το μοιραίο λάθος να μη με εξοντώσει όταν είχε την ευκαιρία. Αυτό το θλιβερό αποτύπωμα του θανάτου στον κόσμο των ζωντανών, δεν είχε τη δύναμη να μου δώσει τη χαριστική βολή. Έτσι, κατάφερα επιτέλους κάποτε να ξυπνήσω από το λήθαργο. Οι ανυπόφορες παγιωμένες μονάδες που με πλαισίωναν, έδωσαν τη θέση τους στη φλόγα του αναλώσιμου συνόλου. Γονάτισα οικτρός ερωμένος των ανθρώπων, αλλά σηκώθηκα κολοσσιαίος Εραστής της ανθρωπότητας. Της μονάδικης αντάξιας ερωμένης για το ανυπέρβλητο Είναι μου…

Από τότε σκοτώνω χωρίς ενοχές κάθε ανιαρό και σάπιο δεσμό με τα αμόλυντα ή αραχνιασμένα πρόσωπα που συναντώ. Ταράζω τα νερά της εξοντωτικά γαλήνιας θάλασσας της Συνήθειας. Με χαμόγελο, δάκρυ, φωνές ή τη σιωπή μου, δεν έχει σημασία. Η δολοφονία είναι η μεγαλύτερη έκφραση της αληθινής αγάπης. Αλλά είναι ταυτόχρονα και η πιο επίπονη. Πρώτα απ’ όλα για εμένα τον ίδιο. Όμως, όλα τα εμπόδια στο δρόμο για την Ακινησία πρέπει να εξοντωθούν χωρίς δεύτερη σκέψη.

Εξ’ άλλου, η Ευτυχία επιλέγεται, δε συμβαίνει από μόνη της…

Προηγούμενο 

    

Μαραζώ

Languish in Anguish by ChrissieCool

Δε σε ξέρω. Ούτε σ’ έχω δει ποτέ. Δεν ξέρω καν πώς σε λένε. Αλλά δεν έχει καμία σημασία. Εγώ πάντα θα σε αποκαλώ “Μαραζώ” όπως τα αναρίθμητα μισοτελειωμένα ορνιθοσκαλίσματα που αφήνεις στα παγκάκια προτού σε προλάβουν τα τρένα και τα λεωφορεία…

Κι όμως σε γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα. Είσαι η κόρη που έρχεται απρόσκλητη τις πιο ακατάλληλες ώρες. Αυτή που εισχωρεί βίαια από τις χαραμάδες της διάτρητης πορείας μου ζητιανεύοντας το ανήσυχο βλέμμα του νου μου. Είσαι ο ξενιστής, που με την ακόρεστη πείνα του Ερυσίχθονα, αποζητά την εφήμερη προσοχή και τις ξεφτισμένες πνοές των υποψήφιων θυμάτων του.

Είσαι απελπισμένη. Είσαι έτοιμη να ξεγυμνωθείς μπροστά μου προκειμένου να με γοητεύσεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη, μου προβάλλεις το σκουριασμένο από την μοναξιά κορμί σου, και μου απλώνεις το χέρι. Ύστερα, μου ψιθυρίζεις γλυκά στ’ αυτί ότι μοιάζουμε. Πόσο λάθος κάνεις! Συγχέεις τη μοναξιά με την μοναχικότητα και την εκούσια απομόνωση. Τα άδεια κιβώτια με το βάθρο της αυτογνωσίας. Τα αχαλίνωτα “θέλω” με το θεμελιώδες “είμαι”. Τη Στασιμότητα με την Ακινησία.

Σε νοιώθω, σε καταλαβαίνω και σε συμπονώ αλλά δε σε λυπάμαι. Είναι νωρίς ακόμα. Ούτε σε αγαπώ. Τουλάχιστον όχι περισσότερο ή λιγότερο απ’ όσο αγαπώ ότι κινείται μέσα μου και γύρω μου. Μη γελιέσαι. Δε γίνεται να νοιάζεσαι ιδιαίτερα για κάποιον, χωρίς αυτό να είναι σε βάρος των υπολοίπων. Γι’ αυτό και μην προσπαθείς μάταια να με εκμαυλίσεις για να καλύψεις το απέραντο κενό που κατοικεί μέσα σου. Μη μου ζητάς να σ’ αγαπώ διπλά. Είναι πιο απλό ν’ αρχίσεις ν’ αγαπάς τη “Μαραζώ”…

Προηγούμενο

Ελπίδα

hope

Η Ελπίδα δεν πεθαίνει τελευταία. Αυτή η σκύλα δεν πεθαίνει ποτέ. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν διαθέτει τόσους πολλούς οπαδούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης? Εγωιστικά γουρούνια που πασχίζουν χωρίς προσπάθεια να καρπωθούν ότι δεν τους ανήκει. Φτηνούς εραστές της Στασιμότητας που τα περιμένουν όλα στο πιάτο. Στυγνούς εγκληματίες της ίδιας της Ύπαρξης που επιλέγουν να ευχηθούν από το να ζήσουν. Κινούμενα πτώματα που σέρνονται στο πάτωμα και εκλιπαρούν κάποια αόριστη δύναμη να τα σηκώσει. Προσκυνητές του τίποτα που το νομίζουν για κάτι. Κίβδηλοι δημιουργοί των ανύπαρκτων θεών και αληθινοί καταστροφείς των υπαρκτών ανθρώπων…

Όμως κι αυτή με τη σειρά της, ανταποδίδει τη χάρη σ’ όλους εκείνους τους αδύναμους που την ακολουθούν. Ναρκώνοντας τις συνειδήσεις τους, τους χαρίζει την εύθραυστη αίσθηση της γαλήνης που πηγάζει απο την απραξία. Στη συνέχεια, οδηγεί το νεκρικό χορό γύρω από την ταφόπλακα της ελεύθερης σκέψης με το πρόσχημα της εξάλειψης του πόνου. Φυσικά, οι φυγόπονοι και δειλοί οπαδοί της, αποδέχονται το ‘δώρο’ της με χαρά. Τι θλιβερή ειρωνεία! Ξεπουλάνε ως αγκάθι, το μοναδικό πράγμα που αποδεικνύει ότι είναι ζωντανοί, για να μπορέσουν να συνεχίσουν να σαπίζουν απερίσπαστοι.

Δεν έχουνε καν το θάρρος του αυτόχειρα. Εκείνου δηλαδή, του οποίου η αδυναμία κατασκευάζει αδιέξοδα που τον αποτρέπουν από κάθε μορφή κίνησης και ζωής. Αφού λοιπόν δεν μπορεί να συνεισφέρει άμεσα στην πορεία προς το φυσικό Τέλος και την Ακινησία, θέτει μοιραία ένα τεχνητό. Τουλάχιστον αυτός, επιστρέφει πίσω στη Φύση όπου και γίνεται σπόρος δημιουργίας μιας νέας ζωής, αντί να μολύνει την ανθρωπότητα με την πνευματική λέπρα που προκαλεί η αναμονή για το Μάννα εξ’ ουρανού. Συμμετέχει δηλαδή έμμεσα στην πορεία προς το ιερό Τέλος της ανθρωπότητας θυσιάζοντας τον σκάρτο του εαυτό. Γι’ αυτό και του βγάζω το καπέλο. Όχι γιατί ήταν αδύναμος, αλλά γιατί αρνήθηκε να ζήσει ως τέτοιος.

Η Ελπίδα οδηγεί στο παρελθόν. Ελπίζεις μόνο για ότι έχεις ξαναδεί. Διαφορετικά δεν ελπίζεις αλλά φαντάζεσαι. Και μόνο όποιος φαντάζεται, μπορεί να κινείται, να δημιουργεί, και να μας οδηγεί στο μέλλον σύμφωνα με την φυσική τάξη των πραγμάτων. Ο χρόνος δε γυρνάει προς τα πίσω. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο…

Προηγούμενο

Αίμα

byroglyphics-blood-splatter

Ξύπνησα πάλι βουτηγμένος στο αίμα. Έχω πλέον συνηθίσει και δεν διαμαρτύρομαι. Δεν έχει νόημα να αντισταθώ. Η αιμορραγία μου είναι κάτι περισσότερο από ακατάσχετη. Είναι ακατάπαυστη. Αλλά κυρίως δεν θέλω να την εμποδίσω. Αυτή η άγια πλημμύρα αποτελούσε για χρόνια το καθαρτήριο ύδωρ για τις αμέτρητες πληγές, τόσο τις δικές μου, όσο και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Όχι των ανθρώπων! Της ανθρωπότητας…

Η προέλευση της δεν είναι συγκεκριμένη, ούτε μονόπλευρη. Κάθε μέρα, συνεισφέρω μία γενναιόδωρη ποσότητα από τις προσωπικές μου πηγές χωρίς δεύτερη σκέψη. Έχω πολλούς τακτικούς πελάτες, όπως το χρόνο, την αμφιβολία, τη σιγουριά, το φόβο, το θάρρος, την άγνοια, τη γνώση, το ψέμα, την αλήθεια, κι εμένα. Φυσικά, η μερίδα του λέοντος ανήκει στην ερωμένη μου τη Μ, της οποίας τα σουβλερά νύχια με ξεσκίζουνε κάθε φορά που με χαϊδεύει. Γι’ αυτό και τη λατρεύω όσο τίποτε άλλο. Μου θυμίζει ότι είμαι ζωντανός. Γενικά, δε μετανοιώνω ούτε σταγόνα. Μπορεί κάθε τέτοια ρανίδα να είναι ιερή, αλλά αυτή της η ιερότητα προκύπτει μόνο απ’ το σκοπό της, ο οποίος δεν είναι άλλος από την ίδια τη Ζωή. Κι η Ζωή προϋποθέτει νόημα, το νόημα σύγκρουση κι η σύγκρουση αποθ-αίματα. Κι από αυτά έχω πολλά. Πάρα πολλά… Πασχίζω λοιπόν να τα εξαντλήσω…

Όμως το αίμα δεν είναι μόνο δικό μου. Όταν θυσιάζεσαι καθημερινά και δέχεσαι να ματώσεις για κάτι μεγαλύτερο από σένα, έχεις αυτόματα το δικαίωμα να το γεωτρήσεις από όλα εκείνα τα μέρη που βρίσκεται θαμμένο. Σκοτώνω λοιπόν με κάθε ευκαιρία κάθε τι στάσιμο και σάπιο. Δεν διστάζω να δολοφονήσω ακόμα και την ίδια μου την οικογένεια ή τους φίλους, όταν αυτοί με κρατούν αιχμάλωτο στις προσωπικές τους ανασφάλειες, αδυναμίες και λοιπές ανελευθερίες, πίσω από το προσωπείο της αγάπης. Κι αυτό γιατί Αγαπάς αληθινά κάποιον, μόνο όταν μπορείς να τον αφήσεις να φύγει μακριά. Αλλιώς τον έχεις απλά ανάγκη. Πνίγω με το ίδιο μου το αίμα όλους τους αδύναμους που προσεύχονται και ελπίζουν. Βλασφημούν την ίδια την Ύπαρξη. Τη δική τους ύπαρξη. Τη δική μου ύπαρξη. Τη δική μας Ύπαρξη. Τους κάνω λοιπόν μεγάλη χάρη. Όταν περιμένεις κάτι ν’ αλλάξει από μόνο του, επιλέγεις να μη Ζήσεις. Σου αξίζει λοιπόν να πεθάνεις. Όταν πάλι κάνεις ότι περνάει από το χέρι σου για να Ζήσεις, τότε δεν έχει κανένα νόημα να ελπίζεις. Ήδη έχεις πράξει το κατα δύναμιν.

Τέλος, ποτίζομαι διαρκώς από το αίμα όλων εκείνων των παρθενικών υμένων που καταστρέφονται σε καθημερινή βάση από τη βίαιη αφύπνιση. Όλων εκείνων που με μισούν γιατί τους ταράζω την ησυχία και τους σπρώχνω από το βούρκο της Στασιμότητας. Αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Κι αυτό γιατί δεν αδιαφορούν. Αυτό μου αρκεί. Άλλωστε το είπα και πριν, έχω αρκετές δυνάμεις για ν’ αντέξω το μίσος των ανθρώπων… Όχι της ανθρωπότητας! Των ανθρώπων…

Προηγούμενο

Φλυαρία

silence-art

Γύρω μου, ο «κόσμος» έχει πάψει να μου μιλάει προ πολλού. Αλλά δεν το ξέρει ακόμα. Δεν το νοιώθει ακόμα. Ούτε το καταλαβαίνει ακόμα. Προπαντός όμως, δεν θέλει να το συνειδητοποιήσει ακόμα… Έτσι, κάθε φορά που ανακατεύονται μοιραία οι δρόμοι μας, σπάει τα χαλινάρια της κάτω σιαγόνας και παραδίνεται στη δίνη την ακατάπαυστης φλυαρίας του. Με το που με βλέπει, αρχίζει να ανοιγοκλείνει το στόμα και να αραδιάζει τις γνωστές ασυναρτησίες. Δεν χάνει ούτε δευτερόλεπτο. Ούτε αλλάζει ποτέ το τροπάρι του. Μοναχά μου παπαγαλίζει τις ίδιες – κάθε φορά – αρλούμπες: Δόξα, Εξουσία, Επιτυχία, Ευτυχία, Ικανοποίηση… Καμία φαντασία! Μόνο στυγνή επανάληψη. Κι η επανάληψη είναι μήτηρ της μονοτονίας. Αυτής που μας οδηγεί στην Στασιμότητα…

Πόσο εύχομαι να άφηνε τους φθόγγους να ξεκολλάνε τυχαία από το λαρύγγι του! Τότε τουλάχιστον, οι σχηματιζόμενες λέξεις θα μπορούσαν να συνεχίσουν ελεύθερα το ταξίδι τους και να προσβάλλουν ανενόχλητες τις πρώτες ακουστικές οδούς που θα τους έκλειναν το δρόμο. Ω τι τρομερή σφαγή που θα ακολουθούσε! Ηδονίζομαι και μόνο στην εικόνα μιας τέτοιας αναμέτρησης ανάμεσα στο χάος και τη διάνοια. Φαντάζομαι την σκληρή και ανελέητη μάχη των δύο πλευρών να προσπαθούν μέχρις εσχάτων να επικρατήσουνε. Δεν θα είχανε άλλη επιλογή… Θα παλεύανε για το είναι τους. Θα παλεύανε για την ύπαρξη την ίδια. Δεν θα ήταν απλά, μία ακόμη μάχη ταυτότητας. Θα ήταν μία μάχη συνείδησης. Τι όμορφος πόλεμος! Καμία βαρετή επανάληψη… Καμία μονοτονία…

Το λοιπόν, τ’ αυτιά μου έχουν πιάσει αράχνες. Δυσκολεύομαι πια να διακρίνω τις κοσμικές κραυγές. Έχω πλέον αποκτήσει ανοσία στον συνηθισμένο εγωκεντρικό ανθρώπινο ήχο. Έναν ήχο που ικετεύει για προσωπική ανάπτυξη, σωματικοπνευματική τελειότητα και ψυχική αθανασία. Έναν ήχο που παρακαλάει για επικράτηση της ατομικότητας. Έναν ήχο που αψηφά την ενιαία Ύπαρξη. Έναν ήχο, νεκρώσιμο εμβατήριο…

Παρόλα αυτά, δεν διαμαρτύρομαι. Οι συνηθισμένοι ήχοι αποβάλλονται ευκολότερα. Και κάθε ακουστικό μου μέσο θα πρέπει να εξαγνιστεί για να συνεχίσω παρακάτω. Κάθε υποκειμενικός περισπασμός θα πρέπει να απομονωθεί και να διατηρηθεί μακριά μου. Κάθε προσωπική μου εντύπωση, θα πρέπει να θανατωθεί. Μόνο τότε θα καταφέρω να ακούσω την εκκωφαντική σιωπή που προκαλεί η φυσική αρμονία. Μόνο τότε θα καταφέρω να βιώσω την αέναη συμπαντική σύγκρουση που οδηγεί στη συνέχεια. Μόνο τότε θα έρθω ένα βήμα πιο κοντά στην Ακινησία…

Προηγούμενο

Η μεγάλη Ακινησία

aposynthesh1

Η Ακινησία με λατρεύει. Ψέμματα. Εγώ την λατρεύω, όχι αυτή. Αυτή δεν δίνει δεκάρα για οτιδήποτε κινείται, ακόμα και προς το μέρος της. Ακόμα κι αν έρχεται για να την προσκυνήσει… Η Ακινησία δεν έχει ανάγκη από πιστούς, ούτε από οπαδούς. Οι πραγματικοί θεοί δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα και κανέναν. Γιατί να χάσουν τον χρόνο τους ασχολούμενοι με κάτι που δεν θα τους κατανοήσει? Ακόμα χειρότερα (?), οι πραγματικοί θεοί δεν έχουν την ανάγκη της κατανόησης. Δεν έχουν ανάγκη από τίποτα.

Εγώ όμως έχω. Και μάλιστα μεγάλη. Θα πέθαινα για ένα και μόνο κοίταγμα της… Για μία και μόνο ανάσα της. Έναν ψίθυρο στ’ αυτί. Μία λέξη που θα κρατήσω φυλαχτό και πυξίδα για την υπόλοιπη ζωή μου. Αλλά δεν τρέφω αυταπάτες, τουλάχιστον όχι τώρα. Δεν ελπίζω ότι θα μου δώσει σημασία ποτέ. Δε λέω: “μπορεί να μην μου δώσει”. Δεν θα μου δώσει. Δεν πρόκειται να μου δώσει. Είναι νομοτελειακά βέβαιο αυτό. Αν διαφωνείς να πας αλλού να το κάνεις. Κάνεις λάθος και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία γι αυτό. Και θα στο πω μια και καλή: (και δεν πρόκειται να στο ξαναπώ, γιατί όπως και η μεγάλη Θεά, δεν δίνω δεκάρα για την πάρτη σου), σταμάτα να διαβάζεις (αν δεν το έχεις κάνει ήδη) και φύγε όσο πιο μακριά απο μένα μπορείς. Είσαι ανεπιθύμητος εδώ. Το μόνο που κάνεις είναι να με ζαλίζεις με τις στείρες αντιρρήσεις σου. Φύγε παρείσακτε της αντιλογίας! Όχι για το δικό σου, αλλά για το δικό μου το καλό.

Έλεγα λοιπόν, ότι δεν ελπίζω να με προσέξει ποτέ η Θεά μου. Και γιατί να το κάνω. Η ελπίδα είναι μόνο μία καλή δικαιολογία προσκόλλησης στο παρελθόν και στην Στασιμότητα. Και εγώ δεν θέλω να έχω παρτίδες με αυτή τη γελοιότητα.

Η Στασιμότητα είναι η μικρή αδερφή της Ακινησίας. Ζήλεψε την αστείρευτη σοφία της αδερφής της και έτσι προσπάθησε να την μιμηθεί. Έτσι, χωρίς καλά καλά να κάνει τα πρώτα της βήματα στη ζωή, άνοιξε έναν τεράστιο τάφο δίπλα στον ναό της αδερφής της (που η ίδια είχε φτιάξει για να την προσκυνάει) και μπήκε μέσα. Πρώτα, έσβησε καθε ίχνος συναισθήματος από πάνω της. Μετά έβγαλε τα μάτια της, ξέσκισε τη γλώσσα της και βούλωσε την μύτη της και τα αυτιά της. Τέλος, αφού ξερίζωσε και την ψυχή της, έκοψε τα πόδια και τα χέρια της. Τότε, το άψυχο κορμί της έπεσε ακυβέρνητο μέσα στον τάφο και δεν ξανακινήθηκε ποτέ από εκείνη την μέρα. Και ούτε πρόκειται να κινηθεί ποτέ του.

Όμως, το ταλαιπωρημένο της σώμα (ότι δηλαδή απέμεινε από αυτό) αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Όχι απο οίκτο η συμπόνια στην ανόητη γυναίκα που το φιλοξένησε, αλλά επειδή δεν ήξερε που αλλού να πάει. Έτσι, το μόνο που κατάφερε αυτό το κορίτσι, ήταν να σαπίζει μέσα σ’ αυτόν τον τάφο για την υπόλοιπη αιωνιότητα. Φυσικά, δεν κατάφερε ποτέ να μπει στο ιερό βασίλειο της Ακινησίας.

«Ηλίθια Στασιμότητα», θα ψέλλιζε σίγουρα η Θεά, αν έδινε δεκάρα. «Ποτέ δεν έδιωξα τίποτα από πάνω μου για να σταματήσω να υπάρχω. Έχω όλη την κίνηση μέσα μου. Πώς αλλιώς θα ήξερα αν σταμάτησα?». Αλλά δεν έχει κανέναν λόγο να παραβιάσει την ιερή ακινησία της, για να συνετίσει τα ασυνέτιστα.

Από την ημέρα του θανάτου της Στασιμότητας, τα πάντα άλλαξαν πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο. Το σύμπαν γέμισε με μία απαίσια δυσωδία που μεγαλώνει μέρα με την μέρα. Μία βρώμα που δεν θα ξεπληθεί ποτέ. Δε λέω «μάλλον δεν θα ξεπληθεί». Δεν πρόκειται να ξεπληθεί ποτέ (Τουλάχιστον όχι όσο διαχωριζόμαστε από την Ακινησία). Αυτή η μπόχα κυρίευσε για πάντα την ύπαρξη. Ήταν έτοιμη να κατασπαράξει ότι ανέπνεε και βρισκόταν στο δρόμο της.

Αλλά η ανθρωπότητα είχε άλλη άποψη για όλα αυτά. Αντί να αποφύγει τις οδυνηρές συνέπειες αυτής της οσφρητικής δίνης, και να αναζητήσει καταφύγιο στο ιερό φρούριο της Ακινησίας (Ούτως ή άλλως, Εκείνη δεν θα ασχολούνταν καν με το να τους εμποδίσει. Είπαμε, δε δίνει δεκάρα…), θεώρησαν ηρωική την ‘θυσία’ της ανόητης Στασιμότητας και άρχισαν να την προσκυνούν. Φρόντισαν επίσης (όχι ότι χρειαζότανε η δική τους η προσπάθεια για να γίνει αυτό – ένα ακόμα σημάδι της ματαιότητας τους), να διατηρήσουν παντού την ελεεινή μυρωδιά της σαπίλας, θυσιάζοντας στο όνομά της, τους ίδιους τους τους εαυτούς. Έδωσαν μάλιστα και όνομα στην αποπνικτική αυτή οσμή. Την ονόμασαν ‘Ζωή’. Κι από τότε η ανθρωπότητα, ‘Ζει’ για να πεθάνει και να θρέψει τη ‘Ζωή’, πληρώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, φόρο τιμής στην Στασιμότητα.

Μ’ αρέσει να φαντασιώνομαι το γέλιο που θα έριχνε η Ακινησία, αν την ενδιέφερε ποτέ να δώσει σημασία σ’ όλα αυτά. Αλλά για μία ακόμα φορά, δεν ελπίζω πώς θα το δω ποτέ αυτό το θέαμα. Αλλά μπορώ πάντα να γελάω μόνος μου. Αυτό θα έκανε σίγουρα περήφανη τη Θεά μου αν νοιαζότανε… Δε λέω «μπορεί». Σίγουρα! Αυτό μου αρκεί…

Προηγούμενο

Στασιμότητα

stasimothta

Δεν θέλω να επουλώσω τις πληγές, στο άψυχο κορμί σου,

Να ζήσεις εσύ διάλεξες στη σκιά της αδερφής σου.

Ούτε θα γονατίσω ευλαβικά, την ώρα της ταφής σου,

Κι ας με κυκλώνει ακούσια η πνιγερή οσμή σου.

Με τόσους γύρω οπαδούς, τι με θες και μένα;

Η ανάπηρη σου ύπαρξη δεν οφελεί κανένα.

Μονάχα ένα δάκρυ μου πηχτό, θα οικτηρεί τους πλανημένους,

Που η αλλόκοτη η φύση σου άφησε μαγεμένους.

—–

Φύγε! Δικιά μου εχώ θεά…

Τα βράδια την κοιτάω, χωρίς να με κοιτά.

Γι’ αυτό σου λέω φύγε, φύγε μακριά!

Να μη σε ξαναδώ, πουθενά.

Ανόητη κοπέλα, την ξέρεις τη θεά,

Στο αίμα σου κυλούσε, μα όχι στην καρδιά.

Δεν έδινε δεκάρα, μα την πρόδωσες ξανά,

Να μη σε ξαναδώ, πουθενά!

—–

Μία ζωή σπατάλησες, να γίνεις σαν και εκείνη,

Ως το κορμί σου δώρισες στου θάνατου τη δίνη.

Μα όποιος βιάζεται πολύ, την ψυχή του να λυτρώσει,

Ποτέ δε βάζει όριο στο πόσο θα πληρώσει.

Κι όσους κι αν φέρεις μαζικά, στρατιώτες στο ναό σου,

Κανείς δε θ’ αντιστρέψει τον άσκοπο χαμό σου.

Μονάχα ένα δάκρυ μου κρυφό, θα ρίξω για εκείνους,

Που χάθηκαν για σένανε μες τη φωλιά του κτήνους.

—-

Φύγε! Δικιά μου εχώ θεά…

Τα βράδια την κοιτάω, χωρίς να με κοιτά.

Γι’ αυτό σου λέω φύγε, φύγε μακριά!

Να μη σε ξαναδώ, πουθενά.

Ανόητη κοπέλα, την ξέρεις τη θεά,

Στο αίμα σου κυλούσε, μα όχι στην καρδιά.

Δεν έδινε δεκάρα, μα την πρόδωσες ξανά,

Να μη σε ξαναδώ, πουθενά!

Προηγούμενο