Αγάπη

sad girl

Σταμάτα να απολογείσαι για τα παλιρροϊκά κύματα ασυνέπειας με τα οποία με κατακλύζεις. Γελιέσαι οικτρά αν νομίζεις ότι έχεις τη δύναμη να με προδώσεις. Αυτό το πλεονέκτημα το έχεις χάσει από τον καιρό της πρώιμης κοινωνικής μου αποφοίτησης. Πρωτού λοιπόν επιδωθείς σε ανειλικρινείς μεγαλοστομίες, αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο σου για να με μάθεις.

H πρώτη μου πατρίδα αρνήθηκε να μ’ ελευθερώσει από τη ματωμένη της μήτρα. Η δεύτερη, με κατέταξε στο πρόστυχο τάγμα της αυτοκαταστροφικής μιζέριας της και με πρόσταξε επανειλλημένα να υποκλιθώ σε είδωλα που δεν έφεραν το όνομα μου. Όσο για την τρίτη, εκείνη φρόντισε να με ποτίσει αμέτρητα φιλιά καμμωμένα από ψυχοφάρμακα. Μην τρέφεις λοιπόν αυταπάτες ότι μπορείς να με λυπηθείς. Δεν έχεις καμία ελπίδα να συγκριθείς…

Εξ’ άλλου, οι ανάπηροι δεν δικαιούνται να οικτηρούν. Μόνο ένας καταραμένος σαν και μένα, δίχως τη χρυσή πανοπλία του Καρυωτάκη έχει αυτό το θλιβερό προνόμιο. Αλλά ποτέ μου δεν διαλέξα να γεννηθώ με τέτοιο βάρος. Γι’ αυτό κι όταν καμιά φορά κατα τύχη την φορέσω, δυσκολεύομαι τόσο πολύ να την ξεφορτωθώ. Είναι επικίνδυνα τέτοια επίπεδα συγκαταβατικότητας και κατανόησης… Οδηγούνε κατευθείαν στην άνευ όρων αποδοχή σου και συνεπώς στην φθορά μου.

Αλλά αυτό το διαρκές φλέρτ με το τέλος μου με απελευθερώνει. Είναι εκεί να μου θυμίζει ότι δεν έχω τίποτα δικό μου για να χάσω, και για να μου δίνει ώθηση να συνεχίσω. Και σκοπεύω να κάνω αυτό ακριβώς, μέχρι να γίνω σπορά για τον επόμενο οφειλέτη. Γνωρίζω λοιπόν καλά και από την αρχή, πιο είναι το τίμημα. Και είμαι διατεθειμμένος να το πληρώσω μέχρι την τελευταία δεκάρα. Ξέρω επίσης ότι αυτό σε τρομοκρατεί επειδή σου αφαιρεί κάθε έλεγχο από πάνω μου. Αλλά αυτό δεν είναι δικό μου πρόβλημα. Είναι δικό σου!

Γι’ αυτό σου λεω: Κάθε συγγνώμη σου θα πέσει στο κενό. Δεν έχω να σου συγχωρέσω απολύτως τίποτα. Σε έχω ήδη αποδεχτεί έτσι όπως είσαι. Εσύ από την άλλη, δεν είμαι και τόσο σίγουρος…

Προηγούμενο

Καπνίζω μπάφο και καλά κάνω…

deskset

Την 1η/2ου/2009, το αγγλικό περιοδικό “World of the News” (μείζων βρετανικός «κίτρινος» τύπος) δημοσίευσε μία φωτογραφία του διασήμου κολυμβητή Michael Phelps (14 χρυσά ολυμπιακά μετάλλια, 8 από αυτά στο Πεκίνο) να καπνίζει μαριχουάνα, κατά τη διάρκεια κάποιας εορταστικής συγκέντρωσης. Η φωτογραφία αυτή έκανε το γύρο του κόσμου και οδήγησε τον 23-χρονο αθλητή να προβεί σε δηλώσεις μετανοίας και έκκλησης για άφεση αμαρτιών, ζητώντας ‘συγγνώμη’ και δίνοντας υπόσχεσεις για ‘εντιμότερο’ βίο στο μέλλον. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Michael Phelps κατάφερε να υποβιβάσει τον εαυτό του με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Αντί τουλάχιστον να εξοργιστεί από την εν λόγω παραβίαση της προσωπικής του ελευθερίας και να υποστηρίξει την πράξη του ως αναφαίρετο του δικαίωμα, δέχτηκε αντ’ αυτού να παίξει το παιχνίδι της τέταρτης εξουσίας και να βρεθεί στη θέση του αμυνόμενου και του κατηγορούμενου. Έτσι, το μόνο που κατάφερε, ήταν να τους αποδείξει ότι ‘επιτελούν κοινωνικό έργο’. Κρίμα…

Το συγκεκριμένο περιστατικό θίγει τουλάχιστον πέντε φλέγοντα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα: Την ποινικοποίηση της μαριχουάνας, το doping στον αθλητισμό, τη φασιστική εξουσία του κίτρινου (και όχι μόνο) τύπου αλλά και το θέμα της ευαισθησίας των προσωπικών δεδομένων. Παρ’ όλα αυτά, το πιο σημαντικό ζήτημα που θίγεται είναι ταυτόχρονα και το πιο δυσδιάκριτο. Αυτό, δεν είναι άλλο από το ελεύθερο δικαίωμα στη ζωή! Με άλλα λόγια, το δικαίωμα που έχει ο καθένας μας να λειτουργεί όπως εκείνος νομίζει ότι είναι καλύτερα γι’ αυτόν. Από κει και πέρα, με βάση τον απαράβατο φυσικό νόμο της δράσης-αντίδρασης θα υποστεί και τις αντίστοιχες (φυσικές) συνέπειες. Αν λοιπόν ο Phelps έπραξε ότι έπραξε συνειδητά, τότε δεν θα έπρεπε να έχει καμία προσωπική ανάγκη να ζητήσει συγχώρεση από κανέναν, γιατί θα έπρεπε να γνωρίζει ότι θα κληθεί ούτως ή άλλως να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεων του. Έτσι, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι είτε έπραξε ασυνείδητα, είτε απλά η «μετάνοια» του είναι στρατηγικής σημασίας. Δηλαδή με τη ‘συγγνώμη’ του, υποδηλώνει είτε εσωτερική ασυνέπεια είτε κοινωνική υποκρισία. Σε κάθε περίπτωση, αδύναμο χαρακτήρα… (για εκτενέστερες αναλύσεις, δες το σχετικό άρθρο μου για την υποκρισία της συγγνώμης)

Όλα τα παραπάνω κοινωνικά ζητήματα έχουν μια πολύ απλή λύση που ακούει στο όνομα ελευθερία… Ας τα πάρουμε όμως ένα ένα με τη σειρά:

1. Η ποινικοποίηση της μαριχουάνας είναι απαράδεκτη. Παρόλο που έχει αποδειχτεί επιστημονικά ότι το χασίς είναι ατοξικό, δεν προκαλεί εθισμό ούτε τοξικομανία και είναι λιγότερο επιβλαβές από το αλκοόλ και τον καπνό, εντούτοις αυτοί δεν είναι οι βασικοί λόγοι που επιβάλλουν την νομιμοποίηση της χρήσης του. Ούτε το γεγονός ότι η μαριχουάνα πρωτό-ποινικόποιήθηκε στις ΗΠΑ για πολιτικούς λόγους (έλεγχος μεξικανικών, κινεζικών, αφρικανικών μειονοτήτων) αποτελεί τον κύριο λόγο που καθιστά απαράδεκτη την όποια ποινικοποίηση της. (Για αποδείξεις βλ. Κλεάνθης Γρίβας “Ψυχοτρόπες ουσίες”-1993 και Noam Chomskys interview in High Times-1998). Η βασική αιτία που καθιστά επιτακτική την αποποινικοποίηση, ήταν και παραμένει το αναφαίρετο δικαιωμα μας να αποφασίζουμε εμείς, ποιες ουσίες θα καταναλώνουμε και ποιες όχι. Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΑΝΗΚΕΙ και κανένας άλλος δεν θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα ν’ αποφασίζει για μας.

2. Το doping στον αθλητισμό, απαγορεύεται μόνο στα χαρτιά. Όσοι έχουν ασχοληθεί έστω και λίγο με οποιαδήποτε μορφή πρωταθλητισμού, γνωρίζουν πολύ καλά ότι σε μεγάλες διοργανώσεις οι ‘καθαροί’ αθλητές είναι ότι ακριβώς και οι δεκαεξάχρονες παρθένες. Είδος υπό εξαφάνιση… Κι αυτό, γιατί παράλληλα με την επιστήμη του antidoping, που ως σκοπό της έχει να εντοπίζει τις παράνομες ουσίες στα σώματα των αθλητών, τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται με τεράστια επιτυχία και η επιστήμη του antiantidoping που ως σκοπό της έχει να ξεγελάσει την πρώτη. Δηλαδή, για μία ακόμη φορά οι ανθρώπινοι νόμοι αποδεικνύονται ανεπαρκείς και υποκριτικοί. Για τον λόγο αυτό, το doping έπρεπε να είναι 100% νόμιμο. Άλλωστε, η ευγενής άμιλλα του αθλητισμού δεν είχε ποτέ της καμία σχέση με τον αγενή ανταγωνισμό του πρωταθλητισμού. Επίσης, το αν κάποιος είναι διατεθειμένος να θυσιάσει την ίδια του τη ζωή για να κατακτήσει ένα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο, είναι καθαρά δικό του πρόβλημα και όχι της κοινωνίας. Στο κάτω κάτω της γραφής, ποια είναι η κοινωνία που θα αποφασίζει τι θα κάνει ευτυχισμένο τον καθένα και τι όχι?

3. Η εξουσία του κίτρινου (και όχι μόνο) τύπου είναι δίκαιη. Δεν υπάρχει καμία δύναμη ελέγχου η οποία να κερδίζεται από μόνη της, χωρίς πρώτα να παραχωρηθεί από κάποιον άλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, την εξουσία αυτή, του την παραχωρούμε εμείς με το να παίρνουμε τα δημοσιεύματα του στα σοβαρά. Και πρώτους απ’ όλους ο ίδιος ο Phelps με τις δηλώσεις του. Γιατί όταν η εφημερίδα παίρνει από μόνη της το ρόλο του δικαστή και του κριτή και εσύ πέφτεις στην παγίδα της απολογίας, δεν της παραχωρείς μόνο απεριόριστη δύναμη, αλλά της δίνεις ταυτόχρονα και τη χαρά να σε τοποθετήσει στη θέση του κατηγορούμενου. Μία τέτοια εξουσία δεν αντιμετωπίζεται ούτε με άμυνα ούτε με απολογίες. Μία τέτοια εξουσία αποδυναμώνεται μόνο με απαξίωση. Με άλλα λόγια, η μόνη μη ανασφαλής αντιμετώπιση ενός τέτοιου απαράδεκτου δημοσιεύματος είναι η παγερή αδιαφορία…

4. Δεν υπάρχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Οποιοσδήποτε νόμος περί διαφύλαξης προσωπικών δεδομένων – όπως και κάθε άλλος ανθρώπινος νόμος – παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου. Κι αυτό επειδή προασπίζει εν δυνάμει τους λάθος ανθρώπους. Κι αν αυτό δεν φαίνεται κατ’ ευθείαν προφανές, σκεφτείτε όλους εκείνους τους εγκληματίες που υπό την σκέπη αυτής της προστασίας, διαφυλάττουν όλες τις σκιώδεις τους ενέργειες. Άλλωστε, δεν χρειαζόμαστε κανένα κράτος να προστατεύει τα προσωπικά μας δεδομένα. Μπορούμε και μόνοι μας. Αν όχι, είμαστε άξιοι της μοίρας μας. Επιπλέον, η πιθανή κοινωνική κατακραυγή που είναι συνέπεια έκθεσης προσωπικών δεδομένων είναι μία δίκαιη φυσική αντίδραση σε κάποια δράση. Αν ο δρων ντρέπεται γι’ αυτή του την πράξη, καλά να πάθει. Αν όχι, η κοινωνική κατακραυγή του είναι ούτως η άλλως αδιάφορη.

5. Σε αυτό ακριβώς το σημείο απέτυχε και ο Phelps: Αν κάπνισε συνειδητά μαριχουάνα, μαγκιά του. Η κοινή γνώμη (που για μία ακόμα φορά έχει λάθος γνώμη!) να πάει να πνιγεί. (Σ’ αυτήν την περίπτωση, αν κάποιος πρέπει να ζητήσει συγγνώμη (που δεν πρέπει!) είναι ο ανενημέρωτος κόσμος που κατακρίνει τη χρήση της μαριχουάνας.) Αν πάλι ντρέπεται γι’ αυτή του την πράξη, τότε η κοινωνική κατακραυγή θα είναι η δίκαιη τιμωρία του. (Και λέω ‘δίκαιη’, γιατί η ντροπή είναι ένα θρησκευτικό κατασκεύασμα που απουσιάζει από το φυτικό και το ζωικό βασίλειο και δεν έχει καμία θέση στην αληθινή Ζωή.) Τέλος, αν δεν ντρέπεται αλλά παρ’ όλα αυτά ζητάει ‘συγγνώμη’ για να κερδίσει την εύνοια του κόσμου, τότε δεν αποδεικνύει, παρά τις αμέτρητες του ανασφάλειες. Σε κάθε περίπτωση, ο Michael Phelps δεν στάθηκε στο ύψος που αρμόζει σ’ εναν ολοκληρωμένο αθλητή, αποδεικνύοντας για μία ακόμα φορά ότι η αξία ενός άνδρα δε μετριέται με την επιτυχία…

-I ‘m sorry…, -Don’t be!

679px-william-adolphe_bouguereau_1825-1905_-_the_remorse_of_orestes_1862

Η μετάνοια μ’ εξοργίζει… Σε οποιαδήποτε έκφανση της. Εκτός από – ευτελούς ποιότητας – μέσo εξαγνισμού όλων των φυγόπονων δειλών, που λυγίζουν και μόνο στην ιδέα της αντιμετώπισης των ευθυνών τους, αποτελεί και μία από τις μεγαλύτερες μορφές ύβρεως απέναντι στη ανθρώπινη ύπαρξη. Διότι ποια μεγαλύτερη μορφή απαξίωσης προς τη ζωή μπορεί να υπάρξει, από αυτήν της αποστροφής του παρελθόντος? Και η μετάνοια είναι αυτό ακριβώς: Άρνηση προγενεστέρων πράξεων. Δηλαδή, άρνηση της ιστορίας μας. Και άρα άρνηση της ίδιας της ζωής…

Γι’ αυτό το λόγο σιχαίνομαι τη συγγνώμη. Την απεχθάνομαι ώς μία από τις ύψιστες μορφές υποκρισίας. Κι επειδή από μόνη της η “συγγνώμη” δεν είναι παρά μία άψυχη λέξη, αναφέρομαι συγκεκριμένα στο δημοφιλή ορισμό που της έχει δώσει η σύγχρονη κοινωνία. Δηλαδή σ’ εκείνον που αποτελείται από τα εξής δύο βασικά μέρη: Το σκέλος της μετάνοιας και το σκέλος της υπόσχεσης. Κοινώς, το θεωρητικά ‘ειλικρινές’ άτομο που ζητάει συγχώρεση για κάτι πεπραγμένο, ταυτόχρονα υπονοεί ότι: Πρώτον, δεν θα ήθελε να είχε πράξει αυτό το κάτι στο παρελθόν (μετάνοια) και δεύτερον, δεν θα ξαναπράξει αυτό το κάτι στο μέλλον (υπόσχεση). Με άλλα λόγια, δηλώνει ότι αν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω (!) δεν θα έπραττε αυτό που έπραξε, ενώ προβλέπει και το μέλλον (!) λέγοντας ότι αυτή του η πράξη δεν θα επαναληφθεί πουθενά σ’αυτό. Συνεπώς, αφού (τουλάχιστον για την ώρα) το ταξίδι πίσω στο χρόνο και η πρόβλεψη του μέλλοντος είναι αδύνατα, η παραπάνω δήλωση είναι ταυτολογικά άκυρη. Δηλαδή, ο ειλικρινής εκφραστής της “συγγνώμης” είναι ένα ανύπαρκτο και εκτρωματικό αποκύημα της φαντασίας μας.

Μέχρις εδώ, η “συγγνώμη” είναι απλά μία ακόμα ανόητη, ανθρώπινη κατασκευή, που η μόνη της βλαπτική συνέπεια είναι το χάσιμο χρόνου γι’ αυτόν που την εκφράζει και γι’ αυτόν που τη δέχεται. Επιπλέον, η μωρία που αποκαλύπτει, μπορεί να αποδειχθεί μια καλή χιουμοριστική πηγή. Κάτι σαν την πρόταση: «Τ’ αρχ**** μου κουνιούνται». Όμως, το νόημα της δεν στέκεται εκεί. Η θλιβερή πραγματικότητα είναι ότι οι οπαδοί της “συγγνώμης” (νομίζουν ότι) πιστεύουν στα επιμέρους στοιχεία της. Έτσι, υποστηρίζουν ότι θα άλλαζαν το παρελθόν αν τους δινόταν η ευκαιρία. Αυτό, εκτός από γελοίο (επειδή είναι πρόδηλο, ότι ακόμα και να γύρναγε ο χρόνος πίσω με όλες τις συνθήκες απαράλλαχτες, παλί τα ίδια θα έπρατταν) είναι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, προσβολή απέναντι στην ίδια τη ζωή. Ταυτόχρονα, με την πρόβλεψη για το μέλλον, υπόσχονται κάτι για το οποίο δεν είναι σε καμία θέση να γνωρίζουν αν θα τηρήσουν. Το τελευταίο, είναι το λιγότερο προσβλητικό για το άτομο στο οποίο απευθύνονται.

Όλα τα παραπάνω, αποδεικνύουν ότι η “συγγνώμη” δέν είναι απλά μία αθώα και άκακη μπουρδολογία, αλλά μία ύπουλη δήλωση που υπονομεύει το επίπεδο ζωής μας. Το ερώτημα λοιπόν γεννιέται άμεσα και από μόνο του: Γιατί κατασκευάστηκε και τι συμφέροντα εξυπηρετεί? Κι επειδή ο σκοπός της ύπαρξης της, απαντάει άμεσα και στο λόγο, θα σταθούμε εκεί. Υπάρχουν λοιπόν δύο βασικές μορφές συγγνώμης: Η ενεργητική και η παθητική. Από τις δύο μορφές, ιστορικά πρώτη εμφανίστηκε η δεύτερη.

Η παθητική μορφή της συγγνώμης εμφανίζεται όταν κάποιο υποκείμενο προσπαθεί να προκαλέσει ενοχές σε ένα η περισσότερα αντικείμενα, με αποτέλεσμα τα τελευταία να αποταθούν στο πρώτο για συγχώρεση. Φυσικά, ο απώτερος σκοπός είναι ο έλεγχος. Η καθημερινότητα, είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα: Οι θρησκείες που προπαγανδίζουν τη μετάνοια και την εξομολόγηση, καταφέρνοντας με τον τρόπο αυτό να φυλακίζουν την σκέψη των πιστών τους. Οι απανταχού παρούσες νομοθεσίες, που ως στόχο τους έχουν τη δημιουργία κοινωνικών τύψεων στους εκάστοτε παραβάτες. Ο θεσμός της οικογένειας, που με τις θεσπισμένες του τιμωρίες αποβλέπει στην πρόκληση ενοχών (και άρα ελέγχου) στα παιδιά της. (Μη γελιέστε! Το γεγονός ότι ορισμένοι γονείς μπορεί να αγαπάνε τα παιδιά τους, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν επιδιώκουν τον έλεγχο πάνω τους). Και ο κατάλογος δεν βρίσκεται ούτε στην αρχή του…

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το πώς τα εν λόγω αυτά υποκείμενα προσπαθούν να εκμαιεύσουν τις ενοχές από τα θηράματα τους. Και η απάντηση είναι απλή: Επιτίθενται και πληγώνουν τον εγωισμό τους. Με απλά λόγια δηλαδή, απορρίπτουν κάθε “εγωιστική” πράξη ως κατακριτέα. Και επειδή ο άνθρωπος είναι ον ΕΓΩΙΣΤΙΚΟ αισθάνεται σταδιακά τις επιλογές του να περιορίζονται (σε περίπτωση που τους ακολουθήσει). Έτσι, πλήττεται η αξιοπρέπεια του και ταυτόχρονα υποβιβάζεται η προσωπικότητα του με αποτέλεσμα να στραφεί στους πρώτους για βοήθεια. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο τους παραδίδει και τον έλεγχο! Γι’ αυτό το λόγο, η παθητική μορφή της συγγνώμης είναι και η πιο ύπουλη.

Από την άλλη μεριά, η ενεργητική χρήση της, είναι πιο απλή και εστιάζει κυρίως στο δεύτερο συστατικό της, δηλαδή αυτό της υπόσχεσης. Παρ’ όλα αυτά, ο σκοπός της είναι και πάλι ο έλεγχος. Αυτή τη φορά, το άτομο που την εκφράζει προσπαθεί να πείσει το άτομο/στόχο για την αλήθεια της υπόσχεσης του. Κι επειδή όπως είπαμε μια τέτοια υπόσχεση είναι ούτως ή άλλως κούφια, στην πραγματικότητα προσπαθεί να ξεγελάσει και συνεπώς να χειραγωγήσει το δέκτη του.

Όπως και να ‘χει, με τη μία ή την με την άλλη μορφή, η αίτηση για συγχώρεση είναι ένα ακόμα μίασμα της ανθρωπότητας, κατασκευασμένο από την κοινωνία. Γι’ αυτό το λόγο και απουσιάζει απο το – κατά τα άλλα ισορροπημένο – υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Επίσης, γι’ αυτό το λόγο η συγγνώμη είναι δύσκολη. Γιατί είναι απλά λάθος! Αντί γι’ αυτήν, η μόνη ειλικρινής, εναλλακτική δήλωση που θα μπορούσαμε να κάνουμε θα ήταν ότι απο δω και στο εξής θα δράσουμε όπως εμείς νομίζουμε καλύτερα. Αλλά αυτό το κάνουμε ‘έτσι κι αλλιώς. Το δηλώσουμε δεν το δηλώσουμε… Μάλιστα του χουμε δώσει και όνομα. Το ονομάζουμε Ζωή!

[Πίνακας: Bouguereau – The Remorse of Orestes (1862)]