Αίμα

byroglyphics-blood-splatter

Ξύπνησα πάλι βουτηγμένος στο αίμα. Έχω πλέον συνηθίσει και δεν διαμαρτύρομαι. Δεν έχει νόημα να αντισταθώ. Η αιμορραγία μου είναι κάτι περισσότερο από ακατάσχετη. Είναι ακατάπαυστη. Αλλά κυρίως δεν θέλω να την εμποδίσω. Αυτή η άγια πλημμύρα αποτελούσε για χρόνια το καθαρτήριο ύδωρ για τις αμέτρητες πληγές, τόσο τις δικές μου, όσο και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Όχι των ανθρώπων! Της ανθρωπότητας…

Η προέλευση της δεν είναι συγκεκριμένη, ούτε μονόπλευρη. Κάθε μέρα, συνεισφέρω μία γενναιόδωρη ποσότητα από τις προσωπικές μου πηγές χωρίς δεύτερη σκέψη. Έχω πολλούς τακτικούς πελάτες, όπως το χρόνο, την αμφιβολία, τη σιγουριά, το φόβο, το θάρρος, την άγνοια, τη γνώση, το ψέμα, την αλήθεια, κι εμένα. Φυσικά, η μερίδα του λέοντος ανήκει στην ερωμένη μου τη Μ, της οποίας τα σουβλερά νύχια με ξεσκίζουνε κάθε φορά που με χαϊδεύει. Γι’ αυτό και τη λατρεύω όσο τίποτε άλλο. Μου θυμίζει ότι είμαι ζωντανός. Γενικά, δε μετανοιώνω ούτε σταγόνα. Μπορεί κάθε τέτοια ρανίδα να είναι ιερή, αλλά αυτή της η ιερότητα προκύπτει μόνο απ’ το σκοπό της, ο οποίος δεν είναι άλλος από την ίδια τη Ζωή. Κι η Ζωή προϋποθέτει νόημα, το νόημα σύγκρουση κι η σύγκρουση αποθ-αίματα. Κι από αυτά έχω πολλά. Πάρα πολλά… Πασχίζω λοιπόν να τα εξαντλήσω…

Όμως το αίμα δεν είναι μόνο δικό μου. Όταν θυσιάζεσαι καθημερινά και δέχεσαι να ματώσεις για κάτι μεγαλύτερο από σένα, έχεις αυτόματα το δικαίωμα να το γεωτρήσεις από όλα εκείνα τα μέρη που βρίσκεται θαμμένο. Σκοτώνω λοιπόν με κάθε ευκαιρία κάθε τι στάσιμο και σάπιο. Δεν διστάζω να δολοφονήσω ακόμα και την ίδια μου την οικογένεια ή τους φίλους, όταν αυτοί με κρατούν αιχμάλωτο στις προσωπικές τους ανασφάλειες, αδυναμίες και λοιπές ανελευθερίες, πίσω από το προσωπείο της αγάπης. Κι αυτό γιατί Αγαπάς αληθινά κάποιον, μόνο όταν μπορείς να τον αφήσεις να φύγει μακριά. Αλλιώς τον έχεις απλά ανάγκη. Πνίγω με το ίδιο μου το αίμα όλους τους αδύναμους που προσεύχονται και ελπίζουν. Βλασφημούν την ίδια την Ύπαρξη. Τη δική τους ύπαρξη. Τη δική μου ύπαρξη. Τη δική μας Ύπαρξη. Τους κάνω λοιπόν μεγάλη χάρη. Όταν περιμένεις κάτι ν’ αλλάξει από μόνο του, επιλέγεις να μη Ζήσεις. Σου αξίζει λοιπόν να πεθάνεις. Όταν πάλι κάνεις ότι περνάει από το χέρι σου για να Ζήσεις, τότε δεν έχει κανένα νόημα να ελπίζεις. Ήδη έχεις πράξει το κατα δύναμιν.

Τέλος, ποτίζομαι διαρκώς από το αίμα όλων εκείνων των παρθενικών υμένων που καταστρέφονται σε καθημερινή βάση από τη βίαιη αφύπνιση. Όλων εκείνων που με μισούν γιατί τους ταράζω την ησυχία και τους σπρώχνω από το βούρκο της Στασιμότητας. Αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Κι αυτό γιατί δεν αδιαφορούν. Αυτό μου αρκεί. Άλλωστε το είπα και πριν, έχω αρκετές δυνάμεις για ν’ αντέξω το μίσος των ανθρώπων… Όχι της ανθρωπότητας! Των ανθρώπων…

Προηγούμενο

Advertisements

-I ‘m sorry…, -Don’t be!

679px-william-adolphe_bouguereau_1825-1905_-_the_remorse_of_orestes_1862

Η μετάνοια μ’ εξοργίζει… Σε οποιαδήποτε έκφανση της. Εκτός από – ευτελούς ποιότητας – μέσo εξαγνισμού όλων των φυγόπονων δειλών, που λυγίζουν και μόνο στην ιδέα της αντιμετώπισης των ευθυνών τους, αποτελεί και μία από τις μεγαλύτερες μορφές ύβρεως απέναντι στη ανθρώπινη ύπαρξη. Διότι ποια μεγαλύτερη μορφή απαξίωσης προς τη ζωή μπορεί να υπάρξει, από αυτήν της αποστροφής του παρελθόντος? Και η μετάνοια είναι αυτό ακριβώς: Άρνηση προγενεστέρων πράξεων. Δηλαδή, άρνηση της ιστορίας μας. Και άρα άρνηση της ίδιας της ζωής…

Γι’ αυτό το λόγο σιχαίνομαι τη συγγνώμη. Την απεχθάνομαι ώς μία από τις ύψιστες μορφές υποκρισίας. Κι επειδή από μόνη της η “συγγνώμη” δεν είναι παρά μία άψυχη λέξη, αναφέρομαι συγκεκριμένα στο δημοφιλή ορισμό που της έχει δώσει η σύγχρονη κοινωνία. Δηλαδή σ’ εκείνον που αποτελείται από τα εξής δύο βασικά μέρη: Το σκέλος της μετάνοιας και το σκέλος της υπόσχεσης. Κοινώς, το θεωρητικά ‘ειλικρινές’ άτομο που ζητάει συγχώρεση για κάτι πεπραγμένο, ταυτόχρονα υπονοεί ότι: Πρώτον, δεν θα ήθελε να είχε πράξει αυτό το κάτι στο παρελθόν (μετάνοια) και δεύτερον, δεν θα ξαναπράξει αυτό το κάτι στο μέλλον (υπόσχεση). Με άλλα λόγια, δηλώνει ότι αν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω (!) δεν θα έπραττε αυτό που έπραξε, ενώ προβλέπει και το μέλλον (!) λέγοντας ότι αυτή του η πράξη δεν θα επαναληφθεί πουθενά σ’αυτό. Συνεπώς, αφού (τουλάχιστον για την ώρα) το ταξίδι πίσω στο χρόνο και η πρόβλεψη του μέλλοντος είναι αδύνατα, η παραπάνω δήλωση είναι ταυτολογικά άκυρη. Δηλαδή, ο ειλικρινής εκφραστής της “συγγνώμης” είναι ένα ανύπαρκτο και εκτρωματικό αποκύημα της φαντασίας μας.

Μέχρις εδώ, η “συγγνώμη” είναι απλά μία ακόμα ανόητη, ανθρώπινη κατασκευή, που η μόνη της βλαπτική συνέπεια είναι το χάσιμο χρόνου γι’ αυτόν που την εκφράζει και γι’ αυτόν που τη δέχεται. Επιπλέον, η μωρία που αποκαλύπτει, μπορεί να αποδειχθεί μια καλή χιουμοριστική πηγή. Κάτι σαν την πρόταση: «Τ’ αρχ**** μου κουνιούνται». Όμως, το νόημα της δεν στέκεται εκεί. Η θλιβερή πραγματικότητα είναι ότι οι οπαδοί της “συγγνώμης” (νομίζουν ότι) πιστεύουν στα επιμέρους στοιχεία της. Έτσι, υποστηρίζουν ότι θα άλλαζαν το παρελθόν αν τους δινόταν η ευκαιρία. Αυτό, εκτός από γελοίο (επειδή είναι πρόδηλο, ότι ακόμα και να γύρναγε ο χρόνος πίσω με όλες τις συνθήκες απαράλλαχτες, παλί τα ίδια θα έπρατταν) είναι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, προσβολή απέναντι στην ίδια τη ζωή. Ταυτόχρονα, με την πρόβλεψη για το μέλλον, υπόσχονται κάτι για το οποίο δεν είναι σε καμία θέση να γνωρίζουν αν θα τηρήσουν. Το τελευταίο, είναι το λιγότερο προσβλητικό για το άτομο στο οποίο απευθύνονται.

Όλα τα παραπάνω, αποδεικνύουν ότι η “συγγνώμη” δέν είναι απλά μία αθώα και άκακη μπουρδολογία, αλλά μία ύπουλη δήλωση που υπονομεύει το επίπεδο ζωής μας. Το ερώτημα λοιπόν γεννιέται άμεσα και από μόνο του: Γιατί κατασκευάστηκε και τι συμφέροντα εξυπηρετεί? Κι επειδή ο σκοπός της ύπαρξης της, απαντάει άμεσα και στο λόγο, θα σταθούμε εκεί. Υπάρχουν λοιπόν δύο βασικές μορφές συγγνώμης: Η ενεργητική και η παθητική. Από τις δύο μορφές, ιστορικά πρώτη εμφανίστηκε η δεύτερη.

Η παθητική μορφή της συγγνώμης εμφανίζεται όταν κάποιο υποκείμενο προσπαθεί να προκαλέσει ενοχές σε ένα η περισσότερα αντικείμενα, με αποτέλεσμα τα τελευταία να αποταθούν στο πρώτο για συγχώρεση. Φυσικά, ο απώτερος σκοπός είναι ο έλεγχος. Η καθημερινότητα, είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα: Οι θρησκείες που προπαγανδίζουν τη μετάνοια και την εξομολόγηση, καταφέρνοντας με τον τρόπο αυτό να φυλακίζουν την σκέψη των πιστών τους. Οι απανταχού παρούσες νομοθεσίες, που ως στόχο τους έχουν τη δημιουργία κοινωνικών τύψεων στους εκάστοτε παραβάτες. Ο θεσμός της οικογένειας, που με τις θεσπισμένες του τιμωρίες αποβλέπει στην πρόκληση ενοχών (και άρα ελέγχου) στα παιδιά της. (Μη γελιέστε! Το γεγονός ότι ορισμένοι γονείς μπορεί να αγαπάνε τα παιδιά τους, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν επιδιώκουν τον έλεγχο πάνω τους). Και ο κατάλογος δεν βρίσκεται ούτε στην αρχή του…

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το πώς τα εν λόγω αυτά υποκείμενα προσπαθούν να εκμαιεύσουν τις ενοχές από τα θηράματα τους. Και η απάντηση είναι απλή: Επιτίθενται και πληγώνουν τον εγωισμό τους. Με απλά λόγια δηλαδή, απορρίπτουν κάθε “εγωιστική” πράξη ως κατακριτέα. Και επειδή ο άνθρωπος είναι ον ΕΓΩΙΣΤΙΚΟ αισθάνεται σταδιακά τις επιλογές του να περιορίζονται (σε περίπτωση που τους ακολουθήσει). Έτσι, πλήττεται η αξιοπρέπεια του και ταυτόχρονα υποβιβάζεται η προσωπικότητα του με αποτέλεσμα να στραφεί στους πρώτους για βοήθεια. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο τους παραδίδει και τον έλεγχο! Γι’ αυτό το λόγο, η παθητική μορφή της συγγνώμης είναι και η πιο ύπουλη.

Από την άλλη μεριά, η ενεργητική χρήση της, είναι πιο απλή και εστιάζει κυρίως στο δεύτερο συστατικό της, δηλαδή αυτό της υπόσχεσης. Παρ’ όλα αυτά, ο σκοπός της είναι και πάλι ο έλεγχος. Αυτή τη φορά, το άτομο που την εκφράζει προσπαθεί να πείσει το άτομο/στόχο για την αλήθεια της υπόσχεσης του. Κι επειδή όπως είπαμε μια τέτοια υπόσχεση είναι ούτως ή άλλως κούφια, στην πραγματικότητα προσπαθεί να ξεγελάσει και συνεπώς να χειραγωγήσει το δέκτη του.

Όπως και να ‘χει, με τη μία ή την με την άλλη μορφή, η αίτηση για συγχώρεση είναι ένα ακόμα μίασμα της ανθρωπότητας, κατασκευασμένο από την κοινωνία. Γι’ αυτό το λόγο και απουσιάζει απο το – κατά τα άλλα ισορροπημένο – υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Επίσης, γι’ αυτό το λόγο η συγγνώμη είναι δύσκολη. Γιατί είναι απλά λάθος! Αντί γι’ αυτήν, η μόνη ειλικρινής, εναλλακτική δήλωση που θα μπορούσαμε να κάνουμε θα ήταν ότι απο δω και στο εξής θα δράσουμε όπως εμείς νομίζουμε καλύτερα. Αλλά αυτό το κάνουμε ‘έτσι κι αλλιώς. Το δηλώσουμε δεν το δηλώσουμε… Μάλιστα του χουμε δώσει και όνομα. Το ονομάζουμε Ζωή!

[Πίνακας: Bouguereau – The Remorse of Orestes (1862)]

Ειρωνεία

lady-death

Ποια ήταν η τελευταία φορά που σκέφτηκες τον άλλον, για τον άλλον? Πότε έδωσες δεκάρα για κάποιον που πέθανε? Γιατί μισείς τόσο πολύ τα πάντα? Γιατί κρύβεις αυτό το μίσος με τόσο πάθος? Εντάξει, αυτό είναι εύκολο: Από φόβο! Είναι πασπαρτού ο φόβος… Αλλα και πάλι τι ακριβώς φοβάσαι? Γιατί δίνεις τόση μεγάλη αξία στη ζωή σου? Ποιος σε αναγκάζει και γιατί? Από τι σε προστατεύει? Γιατί όλα γυρνάνε στον θάνατο? Αυτός φοβάται περισότερο απ όλους. Θα χαθεί αν μας αποδεκατίσει όλους… Το ξέρει καλά. Θέλει να μας διατηρήσει για να μας σιγοτρώει και να επιβιώσει. Θέλει να μας βιάζει χωρίς να μας προκαλεί στείρωση… Θέλει να μας κάνει να τον συνηθίσουμε, αλλά και να αντιστεκόμαστε ταυτόχρονα. Έτσι ηδονίζεται περισσότερο. Ξέρει ότι θα κάνουμε τα πάντα για να επιβιώσουμε…

Θα μας εξοντώνει ζωντανούς. Πριν καλά καλά ορίσουμε τι αυτό σημαίνει. Αυτό είναι αρκετό. Αρκετό, ώστε να δώσουμε χρόνο στο είδος μας να βρει την άκρη. Αρκετό, για να του δώσουμε καινούρια τροφή να κατασπαράξει… Μάταια εξοργιζόμαστε και εξαπολύουμε κατάρες προς όλες τις κατευθύνσεις, διαμαρτυρόμενοι για την ‘άθλια’ ύπαρξη μας. Έτσι τον τρέφουμε περισσότερο. Ηδονίζεται! Ηδονίζεται γιατί ξέρει ότι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε τα πάντα για να του δίνουμε τροφή. Έχουμε μάθει να λατρεύουμε αυτό που είμαστε. Αυτό του είναι παραπάνω από αρκετό…

Προηγούμενο